Η Κωνσταντίνα Καραμπατσώλη επένδυσε πολιτικά στην εικόνα της παρεμβατικής εκπροσώπου. Όμως άλλο η ερώτηση, άλλο η λύση· άλλο η δέσμευση, άλλο το αποτέλεσμα. Και στα κρίσιμα μέτωπα της Εύβοιας, αυτό που μένει όρθιο δεν είναι ο απολογισμός, αλλά το κενό του.
Η πολιτική δεν μετριέται με φωτογραφίες
Υπάρχουν πολιτικοί που επενδύουν στο έργο τους και πολιτικοί που επενδύουν στην εικόνα του έργου τους. Στη δεύτερη κατηγορία, η φόρμα συχνά προηγείται της ουσίας: θεσμικές φωτογραφίες, προσωπικές ιστορίες, αφηγήματα «ευθύνης», δημόσιες παρεμβάσεις, κοινοβουλευτικές ερωτήσεις, αναφορές, συναντήσεις. Όλα προσεκτικά τοποθετημένα για να παραχθεί η εντύπωση της συνεχούς κινητικότητας. Μόνο που ο πολίτης δεν ζει μέσα στην εντύπωση. Ζει μέσα στην καθημερινότητα. Και εκεί κρίνεται η πολιτική αξία κάθε βουλευτή.
Η Κωνσταντίνα Καραμπατσώλη έχει προβάλει επανειλημμένα την εικόνα μιας βουλευτού που παρεμβαίνει, πιέζει και «τρέχει» ζητήματα της Εύβοιας. Στα χαρτιά, αυτό φαίνεται πειστικό. Στην πράξη, όμως, εκεί όπου ο τόπος ζητά απτά παραδοτέα, τα βασικά μέτωπα παραμένουν ανοιχτά.
Στο Αλιβέρι δεν έλειπαν οι δηλώσεις. Έλειπε η οριστική λύση.
Στο Κέντρο Υγείας Αλιβερίου, η δημόσια εικόνα που προβλήθηκε ήταν εκείνη της παρέμβασης, της κινητοποίησης, της πίεσης για λύση. Δηλώσεις, συναντήσεις, δεσμεύσεις, αναφορές, κοινοβουλευτικές κινήσεις. Όλα αυτά, όμως, αποκτούν πολιτική αξία μόνο όταν καταλήγουν σε ένα απλό αποτέλεσμα: να αισθάνεται ο πολίτης ασφαλής ότι η δομή υγείας της περιοχής του λειτουργεί σταθερά, επαρκώς και χωρίς μόνιμη αγωνία.
Αυτό ακριβώς είναι που δεν αποτυπώθηκε με καθαρότητα. Γιατί η αίσθηση που έμεινε δεν ήταν ενός οριστικά λυμένου προβλήματος, αλλά μιας διαρκούς εκκρεμότητας που επανέρχεται ξανά και ξανά στην επικαιρότητα. Και όταν ένα κρίσιμο θέμα υγείας παραμένει ζωντανό ως «ανάγκη παρέμβασης», τότε η πολιτική δεν μπορεί να ζητά εύσημα για την απλή παρουσία της στο πρόβλημα.
Ο πολίτης του Αλιβερίου δεν ζητά να ακούσει ότι «το θέμα τέθηκε». Ζητά να ξέρει ότι, αν χρειαστεί φροντίδα, δεν θα βρεθεί απέναντι σε μια δομή που λειτουργεί στα όρια.
Στον δρόμο Χαλκίδα–Αλιβέρι–Κύμη, οι λέξεις έτρεξαν πιο γρήγορα από τα έργα
Στον επικίνδυνο οδικό άξονα Χαλκίδα–Αλιβέρι–Κύμη, η κ. Καραμπατσώλη επέλεξε να εμφανιστεί ως φορέας πίεσης και επιτάχυνσης. Το λεξιλόγιο ήταν βαρύ: «άμεσες λύσεις», προτεραιότητα, προσωπική εμπλοκή, παρακολούθηση, αποφασιστικότητα. Όμως η πολιτική δεν κρίνεται από το βάρος των λέξεων. Κρίνεται από το βάρος του αποτελέσματος.
Και το αποτέλεσμα δεν είναι ακόμη εκεί.
Για έναν δρόμο που η τοπική κοινωνία βιώνει εδώ και χρόνια ως πρόβλημα ασφάλειας, ανάπτυξης και συνοχής, η εικόνα που παραμένει είναι εκείνη της καθυστέρησης, των σταδίων, των μελετών, των εκκρεμοτήτων και της αργής διοικητικής ανακύκλωσης. Με απλά λόγια: ο δρόμος έγινε ξανά θέμα. Δεν έγινε ακόμη λύση.
Εδώ ακριβώς καταρρέει το αφήγημα της «δυναμικής παρέμβασης». Γιατί όταν ένα πρόβλημα διαρκεί δεκαετίες και η νέα πολιτική γλώσσα απλώς το ξαναβαφτίζει «προτεραιότητα», δεν έχουμε νίκη απέναντι στην αδράνεια. Έχουμε καλύτερη διατύπωση της ίδιας αδράνειας.
Η Βλαχιά φανέρωσε το πιο άβολο κενό
Η υπόθεση της Βλαχιάς είναι ίσως η πιο αποκαλυπτική. Εκεί, η ανάγκη για οικονομική ενίσχυση δεν ανέδειξε απλώς μια δυσκολία. Ανέδειξε το κενό μιας πολιτικής που υποτίθεται ότι θα είχε ήδη εξασφαλίσει ισότιμη φροντίδα για τις πληγείσες περιοχές.
Όταν μια περιοχή συνεχίζει να ζητά τα αυτονόητα για να μπορέσει να σταθεί όρθια, τότε δεν επιβεβαιώνεται η επάρκεια της κρατικής μέριμνας. Επιβεβαιώνεται η ανεπάρκειά της.
Και όταν η ίδια η κυβερνητική εκπροσώπηση αναγκάζεται να εμφανίζεται ως μεταφορέας ενός νέου κατεπείγοντος αιτήματος, αυτό δεν είναι απόδειξη επιτυχίας. Είναι ομολογία ότι ο λογαριασμός παραμένει ανοιχτός.
Η Βλαχιά, λοιπόν, δεν επιβεβαιώνει την αποτελεσματικότητα της εκπροσώπησης. Φανερώνει τα όριά της.
Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι οι παρεμβάσεις. Είναι η απουσία παραδοτέου.
Ας το πούμε καθαρά: δεν είναι κακό να καταθέτει μια βουλευτής ερωτήσεις και αναφορές. Αυτό είναι μέρος του θεσμικού της ρόλου. Το πρόβλημα ξεκινά όταν το ελάχιστο παρουσιάζεται ως μέγιστο. Όταν η κοινοβουλευτική πράξη βαφτίζεται έργο. Όταν η δημόσια ανησυχία πλασάρεται σαν πολιτική αποτελεσματικότητα.
Η Καραμπατσώλη θέλησε να πιστωθεί την εικόνα της δραστήριας και υπεύθυνης βουλευτού. Όμως στα μεγάλα πεδία όπου επένδυσε πολιτικά, το βασικό ερώτημα δεν αλλάζει: τι ακριβώς παραδόθηκε; Πού ακριβώς έκλεισε ο λογαριασμός; Σε ποιο από τα προβλήματα που αναδείχθηκαν μπορεί σήμερα ο πολίτης να πει ότι είδε ολοκληρωμένο αποτέλεσμα;
Εκεί βρίσκεται όλη η αδυναμία του αφηγήματος. Διότι η πολιτική μπορεί να ζήσει για λίγο με τη δύναμη της εικόνας, αλλά αργά ή γρήγορα συντρίβεται πάνω στο απλό, καθημερινό, αμείλικτο ερώτημα του τόπου: «τι άλλαξε;»
Η Εύβοια δεν χρειάζεται άλλη μία βουλευτή της καταγραφής
Η Εύβοια είναι κουρασμένη από την πολιτική των διαπιστώσεων. Από τους εκπροσώπους που φτάνουν πάντα εγκαίρως για να ανακοινώσουν ότι ένα πρόβλημα είναι όντως πρόβλημα. Από τα δελτία Τύπου που επιβεβαιώνουν την αγωνία της κοινωνίας χωρίς να την τερματίζουν. Από την εύκολη μετάφραση της πίεσης σε επικοινωνιακό κεφάλαιο.
Μια κυβερνητική βουλευτής δεν κρίνεται με επιείκεια. Κρίνεται αυστηρότερα. Γιατί δεν βρίσκεται απέναντι στην εξουσία, αλλά δίπλα της. Δεν εξελέγη για να περιγράφει την έλλειψη. Εξελέγη για να μπορεί να τη διορθώνει. Δεν εξελέγη για να συνοδεύει την αγανάκτηση του τόπου με κοινοβουλευτική γλώσσα. Εξελέγη για να επιστρέφει στον τόπο με απαντήσεις.
Και μέχρι σήμερα, αυτό ακριβώς είναι που δεν έχει πείσει ότι έκανε.
Η Κωνσταντίνα Καραμπατσώλη ζήτησε να αναγνωριστεί ως «δύναμη ευθύνης».
Μέχρι στιγμής, όμως, αυτό που αναγνωρίζεται καθαρά είναι κάτι πολύ πιο σκληρό:
μια βουλευτής των εξαγγελιών, σε μια Εύβοια που εξακολουθεί να ζει με τις ίδιες εκκρεμότητες.
Και για έναν τόπο που μετρά δρόμους-παγίδες, υγειονομικά κενά και περιοχές που ακόμη ζητούν τα αυτονόητα, αυτό δεν είναι απλώς λίγο.
Είναι πολιτική αποτυχία με ωραία συσκευασία.

