Η υπόθεση Αλαφούζου – Μητσοτάκη που έμεινε στην πολιτική ιστορία ως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά επεισόδια του «μαύρου πολιτικού χρήματος»
Υπάρχουν υποθέσεις που δεν ανήκουν απλώς στο παρελθόν. Σέρνονται σαν σκιά πάνω από το πολιτικό σύστημα, γιατί φωτίζουν κάτι βαθύτερο: τη σχέση πολιτικής εξουσίας, επιχειρηματικών συμφερόντων, κομματικών ταμείων και αδιαφανών διαδρομών χρήματος.
Μία από αυτές είναι η υπόθεση των καταγγελιών του Αριστείδη Αλαφούζου για τις οικονομικές ενισχύσεις προς τη Νέα Δημοκρατία την περίοδο του 1989, την εμπλοκή της λιβεριανής εταιρείας Mayo Investments Corporation και τη σύγκρουσή του με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη.
Σύμφωνα με δημοσίευμα των «ΝΕΩΝ», η Mayo Investments Corporation ήρθε στο προσκήνιο τον Οκτώβριο του 1993, όταν ο Αριστείδης Αλαφούζος, επιχειρηματίας και τότε εκδότης της «Καθημερινής», συνέδεσε την εταιρεία με λογαριασμό στη Royal Bank of Scotland, στον οποίο, όπως υποστήριζε, κατέθεσε 600.000 δολάρια για οικονομική ενίσχυση της Ν.Δ.
Από τη σχέση εμπιστοσύνης στην πολιτική ρήξη
Ο Αλαφούζος περιέγραφε ότι το 1988, πριν αγοράσει την «Καθημερινή», επισκέφθηκε τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, τότε αρχηγό της Νέας Δημοκρατίας, επειδή η εφημερίδα είχε συντηρητικό προφίλ. Η σχέση, όπως την παρουσίαζε, ξεκίνησε φιλικά, με επαφές και δείπνα, αλλά σύντομα χάλασε «για τα χρηματοδοτικά».
Η φράση αυτή είναι το κέντρο της υπόθεσης. Δεν μιλάμε για μια απλή πολιτική διαφωνία. Μιλάμε για ισχυρισμούς περί συνεχών οικονομικών απαιτήσεων, για ποσά εκατοντάδων χιλιάδων και εκατομμυρίων δολαρίων, για λογαριασμούς στο εξωτερικό, για κουπόνια που εμφανίζονται εκ των υστέρων και για το κρίσιμο ερώτημα: πού κατέληξαν τα χρήματα;
Κατά την αφήγηση Αλαφούζου, πριν από τις εκλογές του Ιουνίου 1989 τού ζητήθηκε να ενισχύσει το κόμμα και εκείνος κατέθεσε 600.000 δολάρια σε λογαριασμό στο Λονδίνο. Αργότερα, όπως υποστήριξε, παρέδωσε και επιταγή ύψους 1 εκατομμυρίου δολαρίων. Τα «ΝΕΑ» κατέγραφαν ότι ο ίδιος παρουσίασε έγγραφο για τη λιβεριανή εταιρεία και τον τραπεζικό της λογαριασμό, καθώς και φωτοτυπία της επιταγής.
Η επιταγή, η Citibank και τα κουπόνια
Το πιο βαρύ σημείο της υπόθεσης δεν ήταν μόνο η καταγγελία. Ήταν ότι, σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης είχε επιβεβαιώσει την κατάθεση της επίμαχης επιταγής στη Citibank, υποστηρίζοντας όμως ότι το ποσό κατέληξε στα ταμεία της Νέας Δημοκρατίας. Ο Αλαφούζος, από την άλλη πλευρά, υποστήριζε ότι ούτε η επιταγή ούτε τα χρήματα πέρασαν από το κόμμα.
Και εκεί μπαίνει στην ιστορία η περίφημη γαλάζια πλαστική τσάντα.
Σύμφωνα με την καταγγελία Αλαφούζου, την επόμενη ημέρα εμφανίστηκε συνεργάτης με μια τσάντα γεμάτη κουπόνια της Νέας Δημοκρατίας. Ο ίδιος φέρεται να παραξενεύτηκε, επειδή για μικρότερα ποσά δεν του είχαν δοθεί κουπόνια, ενώ για ένα τόσο μεγάλο ποσό θα μπορούσε, όπως έλεγε, να υπάρχει επίσημη κομματική απόδειξη. Το ακόμη πιο βαρύ στοιχείο της αφήγησης ήταν ότι, κατά τον ίδιο, τα κουπόνια ήταν ληγμένα.
Αν αυτό δεν είναι πολιτικό σύμβολο αδιαφάνειας, τότε τι είναι; Μια τσάντα κουπόνια ως εκ των υστέρων κάλυψη μιας διαδρομής χρήματος που ουδέποτε εξηγήθηκε πειστικά στη δημόσια σφαίρα.
Η Mayo και το θεσμικό ερώτημα
Η υπόθεση Mayo δεν είναι απλώς μια ιστορία προσωπικής σύγκρουσης ανάμεσα σε έναν εκδότη και έναν πολιτικό αρχηγό. Είναι υπόθεση θεσμικής μνήμης.
Το 2001, τα «ΝΕΑ» επανήλθαν με δημοσίευμα για δύο έγγραφα που, κατά τον Κώστα Λαλιώτη, έδειχναν την κίνηση των 600.000 δολαρίων από τη Mayo Investments Corporation προς ειδικό λογαριασμό της Νέας Δημοκρατίας μέσω Royal Bank of Scotland και στη συνέχεια τη δραχμοποίηση του ποσού στην Εθνική Τράπεζα, στις 8 Ιουνίου 1989.
Αυτό το στοιχείο κάνει την υπόθεση ακόμη πιο σύνθετη. Από τη μία πλευρά υπήρχε η καταγγελία Αλαφούζου ότι τα χρήματα δεν πέρασαν από τα κομματικά ταμεία. Από την άλλη, υπήρξαν μεταγενέστερα δημοσιεύματα και πολιτικές παρεμβάσεις που εμφάνιζαν έγγραφα για διαδρομή ποσού προς λογαριασμό της Ν.Δ. Το κρίσιμο όμως ερώτημα παρέμενε πολιτικά εκρηκτικό: γιατί μια κομματική χρηματοδότηση να περάσει από λιβεριανή εταιρεία και τραπεζικό λογαριασμό στο εξωτερικό;
Εκεί βρίσκεται ο πυρήνας. Όχι μόνο στο αν ένα ποσό έφτασε ή δεν έφτασε στα ταμεία. Αλλά στο γιατί το πολιτικό χρήμα έπρεπε να ταξιδεύει μέσα από μηχανισμούς που δεν θυμίζουν διαφάνεια, αλλά παρασκήνιο.
Το πραγματικό σκάνδαλο
Το πραγματικό σκάνδαλο δεν είναι μόνο το ποσό. Είναι η κανονικοποίηση.
Η κανονικοποίηση της ιδέας ότι επιχειρηματίες χρηματοδοτούν κόμματα με ποσά που αλλάζουν πολιτικές ισορροπίες.
Η κανονικοποίηση της ιδέας ότι τα κομματικά ταμεία μπορούν να λειτουργούν σαν γκρίζες ζώνες.
Η κανονικοποίηση της ιδέας ότι η πολιτική εξουσία μπορεί να έχει οικονομικές σχέσεις με εκδοτικά και επιχειρηματικά κέντρα και μετά να εμφανίζεται ως ανεξάρτητη, θεσμική και αμόλυντη.
Το 1989 παρουσιάστηκε ως χρονιά «κάθαρσης». Όμως, μέσα σε εκείνη τη θύελλα, αποκαλύφθηκε και το άλλο πρόσωπο της Μεταπολίτευσης: όχι η κάθαρση, αλλά η διαπλοκή που φορούσε θεσμικό κοστούμι.
Η υπόθεση Αλαφούζου – Mayo δεν είναι μόνο μια παλιά ιστορία για τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και τη Νέα Δημοκρατία. Είναι υπόμνηση για το πώς οικοδομήθηκε ένα ολόκληρο σύστημα εξουσίας: με κόμματα που ζητούσαν χρήμα, επιχειρηματίες που αποκτούσαν πρόσβαση, τράπεζες που μεσολαβούσαν, offshore που εμφανίζονταν και κουπόνια που έρχονταν όταν όλα είχαν ήδη γίνει.
Και κάθε φορά που το πολιτικό σύστημα μιλά για διαφάνεια, καλό είναι να θυμάται εκείνη τη γαλάζια τσάντα.
Γιατί καμιά φορά η Ιστορία δεν κρύβεται στα μεγάλα λόγια.
Κρύβεται σε μια επιταγή, σε έναν λογαριασμό στο Λονδίνο και σε κουπόνια που έφτασαν αργά.

