Από τις παιδικές αρρώστιες μέχρι τα μνημόνια, από το Τσερνόμπιλ μέχρι τον κορωνοϊό και από τους σεισμούς μέχρι τα δημοψηφίσματα, υπάρχει μια γενιά που μπορεί να πει με χιούμορ αλλά και πίκρα: «τα ζήσαμε όλα».
Υπάρχει μια γενιά στην Ελλάδα που δεν μεγάλωσε απλώς. Δοκιμάστηκε. Πέρασε από παιδικές αρρώστιες, παγκόσμιες κρίσεις, πολιτικές αναταράξεις, οικονομικές καταρρεύσεις, υγειονομικούς πανικούς και εθνικές απογοητεύσεις. Και παρ’ όλα αυτά, συνεχίζει να γελάει. Ίσως γιατί το χιούμορ ήταν πάντα η τελευταία άμυνα απέναντι στην πραγματικότητα.
Είναι η γενιά που πρόλαβε την ιλαρά, την ανεμοβλογιά, την ερυθρά, τους μαγουλάδες, τον κοκκύτη και φυσικά τις ψείρες στα σχολεία. Τότε που οι παιδικές ασθένειες ήταν σχεδόν μέρος της καθημερινότητας και οι γονείς έλεγαν «θα περάσει» με μια ψυχραιμία που σήμερα μοιάζει σχεδόν αδιανόητη.
Μετά ήρθε ο κόσμος να μεγαλώσει απότομα. Το Τσερνόμπιλ μπήκε στις ζωές των ανθρώπων ως μια μακρινή αλλά τρομακτική λέξη. Μια καταστροφή κάπου αλλού, που όμως έφτασε μέχρι τα πιάτα, τα χωράφια, τα σύννεφα, τον φόβο. Ήταν από εκείνες τις στιγμές που καταλάβαμε ότι ο κόσμος είναι πολύ πιο μικρός απ’ όσο νομίζαμε.
Ύστερα ήρθαν και οι ελληνικές ιδιαιτερότητες. Ο Παπαθεμελής να βάζει ωράριο στα ξενυχτάδικα, μια εποχή που η διασκέδαση, το κράτος και η ελληνική νοοτροπία συγκρούστηκαν με τρόπο σχεδόν σουρεαλιστικό. Γιατί στην Ελλάδα ακόμη και το ξενύχτι μπορεί να γίνει πολιτικό ζήτημα.
Και φυσικά, ο σεισμός του ’99. Μια στιγμή που έμεινε χαραγμένη στη μνήμη ολόκληρης της χώρας. Οι δρόμοι, οι πολυκατοικίες, ο φόβος, τα ραδιόφωνα, οι τηλεοράσεις, η αγωνία για συγγενείς και φίλους. Ήταν η εποχή που ο κόσμος ξαναθυμήθηκε πόσο εύθραυστη είναι η καθημερινότητα.
Δεν έφταναν αυτά. Περάσαμε και τον φόβο του άνθρακα, τη γρίπη των πουλερικών, τη γρίπη των χοίρων, τις τρελές αγελάδες, τον Έμπολα, τον H1N1 και αργότερα τον Covid. Κάθε λίγα χρόνια και ένας νέος παγκόσμιος συναγερμός. Κάθε φορά καινούρια δελτία ειδήσεων, νέες λέξεις, νέοι φόβοι, νέες οδηγίες, νέες απαγορεύσεις, νέες αβεβαιότητες.
Και σαν να μην έφταναν οι αρρώστιες και οι πανδημίες, ήρθε η οικονομική καταιγίδα. Η γενιά αυτή πέρασε κρίση με τρία και τέσσερα μνημόνια, μειώσεις, φόρους, ανεργία, κλειστά μαγαζιά, νέους που έφυγαν στο εξωτερικό, οικογένειες που στριμώχτηκαν, συντάξεις που κόπηκαν, μισθούς που εξαϋλώθηκαν. Έμαθε να μετράει το ευρώ, να φοβάται τον λογαριασμό, να αναβάλλει όνειρα.
Πέρασε και δημοψήφισμα. Πλατείες, διχασμός, συνθήματα, ελπίδες, θυμός, αγωνία, τηλεοπτικά πάνελ, ουρές στα ΑΤΜ, capital controls, μεγάλες κουβέντες και ακόμη μεγαλύτερες διαψεύσεις. Μια χώρα που έμοιαζε να κρατάει την ανάσα της και μια κοινωνία που έβλεπε ξανά πόσο εύκολα μπορεί να χωριστεί στα δύο.
Και μέσα σε όλα αυτά, πέρασε από μπροστά της και σχεδόν ολόκληρη η πολιτική δυναστεία της Μεταπολίτευσης. Δύο Μητσοτάκηδες, δύο Καραμανλήδες, δύο Παπανδρέου. Ονόματα που επανέρχονται, κύκλοι που ξανανοίγουν, οικογένειες που γράφουν κεφάλαια στην πολιτική ζωή της χώρας, ενώ οι πολίτες παρακολουθούν συχνά με την αίσθηση ότι το έργο το έχουν ξαναδεί.
Και φυσικά, πέρασε και έναν Γιάννη με ένα ν. Μια πολιτική φιγούρα που σημάδεψε μια από τις πιο φορτισμένες περιόδους της νεότερης Ελλάδας, τότε που οι λέξεις «διαπραγμάτευση», «θεσμοί», «Eurogroup» και «σχέδιο Β» μπήκαν βίαια στο καθημερινό λεξιλόγιο.
Αν τα βάλει κανείς όλα στη σειρά, μοιάζουν σχεδόν απίστευτα. Παιδικές ασθένειες, πυρηνικές καταστροφές, σεισμοί, επιδημίες, πανδημίες, πολιτικές κρίσεις, μνημόνια, δημοψηφίσματα, οικογενειακές πολιτικές δυναστείες και εθνικές δοκιμασίες. Κι όμως, αυτή η γενιά τα έζησε.
Και επέζησε.
Όχι χωρίς πληγές. Όχι χωρίς θυμό. Όχι χωρίς απώλειες. Αλλά με μια παράξενη αντοχή. Με εκείνο το ελληνικό πείσμα που μετατρέπει την τραγωδία σε αστείο, την απογοήτευση σε ατάκα και την κούραση σε καθημερινή επιβίωση.
Γιατί τελικά αυτό είναι το μήνυμα:
έχουμε περάσει τόσα και τόσα ως γενιά και ακόμη αντέχουμε.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο ακριβής περιγραφή μιας χώρας που πέφτει, σηκώνεται, γκρινιάζει, γελάει, ξαναπέφτει και ξανασηκώνεται.
Μιας γενιάς που δεν της χαρίστηκε τίποτα.
Αλλά έμαθε να στέκεται όρθια.

