Η 19η Μαΐου δεν είναι μια ακόμη επέτειος. Είναι ημέρα μνήμης, ιστορικής αλήθειας και εθνικής αυτογνωσίας για τον Ποντιακό Ελληνισμό, που ξεριζώθηκε, σφαγιάστηκε, διώχθηκε, αλλά δεν εξαφανίστηκε.
Η Γενοκτονία των Ποντίων αποτελεί μία από τις βαθύτερες πληγές του νεότερου Ελληνισμού. Δεν πρόκειται για μια τραγωδία που μπορεί να περιοριστεί σε αριθμούς, ημερομηνίες και επίσημες τελετές. Πρόκειται για την οργανωμένη εξόντωση ενός ιστορικού ελληνικού πληθυσμού, ο οποίος είχε παρουσία αιώνων στον Εύξεινο Πόντο, με πόλεις, χωριά, εκκλησίες, σχολεία, μοναστήρια, εμπορική ζωή, γλώσσα, ήθη, έθιμα και ισχυρή πολιτιστική ταυτότητα.
Η ελληνική Βουλή αναγνώρισε επίσημα τη Γενοκτονία των Ποντίων το 1994 και καθιέρωσε τη 19η Μαΐου ως Ημέρα Μνήμης με τον νόμο 2193/1994. Η αναγνώριση αυτή δεν ήταν απλώς μια θεσμική πράξη. Ήταν η ελάχιστη οφειλή της ελληνικής πολιτείας απέναντι στους νεκρούς, στους επιζώντες, στους πρόσφυγες και στους απογόνους τους.
Η φυσική εξόντωση και η πολιτιστική εξαφάνιση
Η Γενοκτονία των Ποντίων δεν στόχευσε μόνο ανθρώπους. Στόχευσε έναν ολόκληρο κόσμο.
Στόχευσε τις κοινότητες που κρατούσαν ζωντανή την ελληνική παρουσία στον Πόντο. Στόχευσε τη γλώσσα, την ορθόδοξη πίστη, την εκπαίδευση, τα τοπωνύμια, τα μνημεία, τις εκκλησίες, τα κοιμητήρια, τα σχολεία, τα τραγούδια και την ιστορική μνήμη.
Αυτό είναι το σκληρότερο πρόσωπο της γενοκτονίας: δεν αρκείται στον θάνατο των ανθρώπων. Θέλει να σβήσει και την απόδειξη ότι αυτοί οι άνθρωποι υπήρξαν.
Οι εκτοπισμοί, οι πορείες θανάτου, τα τάγματα εργασίας, οι διώξεις, η βία, η πείνα, οι κακουχίες και ο ξεριζωμός δεν αποτέλεσαν μεμονωμένα περιστατικά. Εντάχθηκαν σε μια ευρύτερη πολιτική εθνοκάθαρσης και ομογενοποίησης, που έπληξε χριστιανικούς πληθυσμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ανάμεσά τους Έλληνες, Αρμένιους και Ασσυρίους. Η Διεθνής Ένωση Μελετητών Γενοκτονιών έχει αναγνωρίσει ότι οι οθωμανικές εκστρατείες κατά χριστιανικών μειονοτήτων την περίοδο 1914-1923 συνιστούσαν γενοκτονία εις βάρος Αρμενίων, Ασσυρίων και Ελλήνων του Πόντου και της Ανατολίας.
Η πολιτιστική γενοκτονία συνεχίζεται όταν η μνήμη πολεμιέται
Η φυσική γενοκτονία επιχειρεί να αφανίσει τον άνθρωπο. Η πολιτιστική γενοκτονία επιχειρεί να αφανίσει τη μνήμη του.
Όταν αλλοιώνονται ονόματα τόπων, όταν εγκαταλείπονται ή μετατρέπονται ιστορικές εκκλησίες, όταν σβήνονται ίχνη ελληνικής παρουσίας, όταν η ιστορία παρουσιάζεται ως «παράπλευρη απώλεια» ή ως «αμοιβαία σύγκρουση», τότε η βία συνεχίζεται με άλλο τρόπο.
Γιατί ο δεύτερος θάνατος ενός λαού είναι η λήθη.
Απέναντι σε αυτή τη λήθη, ο Ποντιακός Ελληνισμός απάντησε με επιμονή. Με συλλόγους. Με χορούς. Με λύρα. Με γλώσσα. Με τραγούδια. Με μνημεία. Με έρευνα. Με μαρτυρίες. Με οικογενειακές αφηγήσεις που πέρασαν από γενιά σε γενιά.
Οι Πόντιοι δεν διέσωσαν απλώς ένα παρελθόν. Διέσωσαν μια ταυτότητα.
Η μνήμη δεν είναι μίσος — είναι δικαιοσύνη
Κάθε φορά που τίθεται το ζήτημα της Γενοκτονίας των Ποντίων, ακούγεται το γνωστό επιχείρημα ότι «πρέπει να κοιτάξουμε μπροστά». Όμως κανένας λαός δεν μπορεί να κοιτάξει καθαρά μπροστά όταν του ζητούν να αφήσει πίσω του άταφους νεκρούς και αδικαίωτες μνήμες.
Η μνήμη δεν είναι εκδίκηση.
Η μνήμη δεν είναι μίσος.
Η μνήμη είναι δικαιοσύνη.
Δεν υπάρχει πραγματική συμφιλίωση χωρίς αλήθεια. Δεν υπάρχει ιστορική ειρήνη πάνω στην άρνηση. Δεν υπάρχει σεβασμός στο μέλλον όταν το παρελθόν παραχαράσσεται ή αποσιωπάται.
Η αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ποντίων δεν στρέφεται κατά ενός λαού σήμερα. Στρέφεται κατά της άρνησης, της παραχάραξης και της ιστορικής αμνησίας. Είναι απαίτηση πολιτισμού, όχι κραυγή μισαλλοδοξίας.
Οι πρόσφυγες που έγιναν δύναμη δημιουργίας
Οι Πόντιοι έφτασαν στην Ελλάδα ξεριζωμένοι, φτωχοί, πληγωμένοι, κουβαλώντας απώλειες που δεν χωρούν σε λέξεις. Δεν έφεραν μαζί τους περιουσίες. Έφεραν όμως κάτι ισχυρότερο: μνήμη, εργασία, πείσμα, οικογένεια, πίστη και πολιτισμό.
Ρίζωσαν σε νέους τόπους. Έχτισαν χωριά, συνοικίες, κοινότητες, επαγγέλματα, σωματεία, συλλόγους. Έβαλαν τη σφραγίδα τους στην οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική και εθνική ζωή της Ελλάδας.
Ο Πόντος δεν έμεινε μόνο στις χαμένες πατρίδες. Πέρασε στη Μακεδονία, στη Θράκη, στην Αττική, στην Εύβοια, σε κάθε γωνιά όπου εγκαταστάθηκαν οι πρόσφυγες. Έγινε ήχος λύρας, ποντιακή διάλεκτος, χορός, τραγούδι, μνημόσυνο, πανηγύρι, οικογενειακή αφήγηση.
Έγινε συνέχεια.
Το χρέος των νέων γενεών
Το μεγάλο ερώτημα σήμερα δεν είναι μόνο τι συνέβη τότε. Είναι τι κάνουμε εμείς τώρα.
Η Γενοκτονία των Ποντίων δεν μπορεί να περιορίζεται σε μία ημέρα μνήμης τον χρόνο. Δεν αρκούν τα στεφάνια, οι επίσημες δηλώσεις και οι τελετές. Χρειάζεται παιδεία. Χρειάζεται τεκμηρίωση. Χρειάζεται ιστορική έρευνα. Χρειάζεται διεθνής αναγνώριση. Χρειάζεται να μπει βαθύτερα στη συλλογική συνείδηση του Ελληνισμού.
Οι νέες γενιές πρέπει να μάθουν τι ήταν ο Πόντος. Να μάθουν όχι μόνο τον θάνατο, αλλά και τη ζωή που προηγήθηκε. Όχι μόνο τη σφαγή, αλλά και τον πολιτισμό που επιχειρήθηκε να σβηστεί. Όχι μόνο τον ξεριζωμό, αλλά και τη δύναμη της επιβίωσης.
Γιατί η Ιστορία δεν είναι νεκρό αρχείο. Είναι πυξίδα.
«Η Ρωμανία κι αν πέρασεν…»
Ο ποντιακός στίχος συμπυκνώνει όλη την τραγωδία και όλη την αντοχή ενός λαού:
«Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο».
Δεν είναι απλή φράση. Είναι όρκος συνέχειας. Είναι απάντηση στην εξόντωση. Είναι η απόδειξη ότι ένας λαός μπορεί να χάσει τη γη του, αλλά να μη χάσει την ψυχή του.
Και δίπλα του στέκει πάντα το άλλο μεγάλο χρέος:
«Χρωστάμε σ’ όσους ήρθαν, πέρασαν, θα ’ρθουνε, θα περάσουν.
Κριτές θα μας δικάσουν οι αγέννητοι, οι νεκροί».
Αυτό είναι το βάρος της μνήμης. Δεν μας κρίνουν μόνο οι ζωντανοί. Μας κρίνουν οι νεκροί που περιμένουν δικαίωση και οι αγέννητοι που θα μας ρωτήσουν αν σταθήκαμε αντάξιοι της αλήθειας.
Η Γενοκτονία των Ποντίων δεν είναι μόνο ποντιακή υπόθεση. Είναι ελληνική υπόθεση. Είναι ευρωπαϊκή υπόθεση. Είναι πανανθρώπινη υπόθεση.
Γιατί όταν ένα έγκλημα κατά ενός λαού παραμένει χωρίς πλήρη αναγνώριση, τότε η Ιστορία μένει ανοιχτή πληγή.
Ο Πόντος δεν ζητά οίκτο. Ζητά αλήθεια.
Δεν ζητά εκδίκηση. Ζητά δικαιοσύνη.
Δεν ζητά να γυρίσει ο χρόνος πίσω. Ζητά να μη σβηστεί αυτό που έγινε.
Η λήθη είναι συνενοχή.
Η μνήμη είναι αντίσταση.
Η αλήθεια είναι δικαίωση.
Και όσο υπάρχουν άνθρωποι που μιλούν, θυμούνται, χορεύουν, τραγουδούν, διδάσκουν και κρατούν αναμμένη τη φλόγα της ιστορικής μνήμης, ο Πόντος δεν είναι χαμένη πατρίδα.
Είναι ζωντανή ψυχή του Ελληνισμού.
Γιατί οι πατρίδες χάνονται πραγματικά μόνο όταν τις ξεχνάμε.
Και ο Πόντος δεν ξεχάστηκε ποτέ.

