Όταν η κυβέρνηση θέλει Βουλή υπάκουη, Δικαιοσύνη σιωπηλή και θεσμούς διακοσμητικούς, τότε δεν μιλάμε για ισχυρή διακυβέρνηση. Μιλάμε για επικίνδυνη συγκέντρωση εξουσίας.
Το πρωτοσέλιδο της «Εστίας» δεν είναι απλώς μια πολιτική προειδοποίηση. Είναι θεσμικός συναγερμός. Διότι όταν μια ιστορική εφημερίδα μιλά για “συγχώνευση των εξουσιών”, δεν περιγράφει μια απλή δυσλειτουργία. Περιγράφει τον πυρήνα μιας δημοκρατικής εκτροπής που προχωρά όχι με τανκς, αλλά με διαδικασίες, πλειοψηφίες, σιωπές και θεσμικά προσχήματα.
Η Δημοκρατία δεν καταρρέει πάντα με θόρυβο. Πολλές φορές σαπίζει από μέσα. Όταν η Βουλή μετατρέπεται σε μηχανή νομιμοποίησης, όταν η Δικαιοσύνη καλείται να λειτουργήσει υπό πολιτική σκιά, όταν οι ανεξάρτητοι θεσμοί μοιάζουν περισσότερο με παραρτήματα εξουσίας παρά με αντίβαρα, τότε το πολίτευμα κρατάει το όνομα, αλλά χάνει την ψυχή του.
Η εξουσία που δεν ανέχεται έλεγχο φοβάται τη Δημοκρατία
Σε μια κανονική Δημοκρατία, η κυβέρνηση κυβερνά, η Βουλή ελέγχει και η Δικαιοσύνη κρίνει. Αυτό είναι το αυτονόητο. Αυτό είναι το σύνταγμα στην πράξη. Αυτό είναι το ελάχιστο θεσμικό οξυγόνο μιας χώρας που θέλει να λέγεται ευρωπαϊκή δημοκρατία.
Όμως όταν η εκτελεστική εξουσία αρχίζει να απλώνεται παντού, όταν ζητά να έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο σε όλα, τότε δεν έχουμε κυβερνητική αποτελεσματικότητα. Έχουμε πολιτική ιδιοκτησιακή αντίληψη του κράτους.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα.
Δεν είναι μόνο τι αποφασίζει μια κυβέρνηση. Είναι πώς το αποφασίζει. Με ποιους ελέγχους. Με ποια λογοδοσία. Με ποιο σεβασμό στους θεσμούς. Διότι η Δημοκρατία δεν είναι η τετραετής επιταγή μιας κάλπης για να κάνει η εξουσία ό,τι θέλει. Είναι ένα διαρκές σύστημα περιορισμών, αντιβάρων και ελέγχου.
Όποιος ενοχλείται από αυτά, δεν έχει πρόβλημα με την αντιπολίτευση. Έχει πρόβλημα με το ίδιο το δημοκρατικό πολίτευμα.
Η Βουλή δεν είναι γραφείο διεκπεραίωσης του Μαξίμου
Η Βουλή υπάρχει για να ελέγχει την κυβέρνηση. Όχι για να τη χειροκροτεί. Όχι για να τη σκεπάζει. Όχι για να μετατρέπει κάθε δύσκολη υπόθεση σε διαδικαστικό τέχνασμα και κάθε σκάνδαλο σε κομματική άσκηση επιβίωσης.
Όταν η κοινοβουλευτική πλειοψηφία λειτουργεί σαν ασπίδα προστασίας και όχι σαν θεσμική εγγύηση, τότε το Κοινοβούλιο αδειάζει από περιεχόμενο. Μένουν τα έδρανα, μένουν τα μικρόφωνα, μένουν οι ψηφοφορίες, αλλά χάνεται η ουσία: ο έλεγχος.
Και μια Βουλή χωρίς πραγματικό έλεγχο είναι διακοσμητικό όργανο.
Η κυβέρνηση δεν φοβάται τις ερωτήσεις όταν έχει απαντήσεις. Δεν φοβάται τις εξεταστικές όταν έχει καθαρή διαδρομή. Δεν φοβάται τη διαφάνεια όταν δεν έχει τίποτα να κρύψει.
Αντιθέτως, όταν κάθε θεσμικός έλεγχος βαφτίζεται “τοξικότητα”, όταν κάθε ερώτημα παρουσιάζεται ως “υπονόμευση”, όταν κάθε αποκάλυψη αντιμετωπίζεται σαν εχθρική ενέργεια, τότε η εξουσία έχει περάσει σε άλλο επίπεδο: δεν ζητά απλώς πολιτική κυριαρχία. Ζητά ασυλία.
Η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να λειτουργεί μέσα σε πολιτικό ημίφως
Το πιο επικίνδυνο σημείο δεν είναι καν η Βουλή. Είναι η Δικαιοσύνη.
Διότι χωρίς ανεξάρτητη Δικαιοσύνη, η Δημοκρατία γίνεται κέλυφος. Μπορεί να έχει εκλογές, κόμματα, υπουργεία, τελετές και δηλώσεις. Αλλά δεν έχει κράτος δικαίου.
Η Δικαιοσύνη πρέπει να είναι ανεξάρτητη και να φαίνεται ανεξάρτητη. Δεν αρκεί να λέμε ότι λειτουργεί. Πρέπει ο πολίτης να το πιστεύει. Πρέπει να βλέπει ότι ο ισχυρός και ο αδύναμος αντιμετωπίζονται με τον ίδιο κανόνα. Πρέπει να ξέρει ότι οι μεγάλες υποθέσεις δεν χάνονται σε συρτάρια, δεν καθυστερούν βολικά, δεν θάβονται κάτω από διαδικαστικά τεχνάσματα.
Όταν δημιουργείται η εικόνα ότι υπάρχουν δύο ταχύτητες —μία για τους απλούς πολίτες και μία για τους πολιτικά ισχυρούς— τότε δεν τραυματίζεται απλώς η Δικαιοσύνη. Τραυματίζεται η εμπιστοσύνη στο κράτος.
Και όταν χαθεί αυτή η εμπιστοσύνη, δεν αποκαθίσταται με ανακοινώσεις. Ούτε με non paper. Ούτε με επικοινωνιακές πιρουέτες.
Αποκαθίσταται μόνο με πράξεις. Με διαφάνεια. Με αποφάσεις. Με ανεξαρτησία που δεν φοβάται κανένα γραφείο εξουσίας.
Οι θεσμοί δεν είναι υπάλληλοι της κυβέρνησης
Το μεγαλύτερο ψέμα της εξουσίας είναι ότι όποιος την ελέγχει, την πολεμά.
Όχι. Όποιος ελέγχει την εξουσία, υπηρετεί τη Δημοκρατία.
Οι ανεξάρτητες αρχές, η Δικαιοσύνη, η Βουλή, ο Τύπος, οι ελεγκτικοί μηχανισμοί δεν υπάρχουν για να διευκολύνουν την κυβέρνηση. Υπάρχουν για να τη δυσκολεύουν όταν πρέπει. Υπάρχουν για να ρωτούν. Να ψάχνουν. Να αποκαλύπτουν. Να φρενάρουν. Να εμποδίζουν την αυθαιρεσία.
Αυτή είναι η δουλειά τους.
Όποιος θέλει θεσμούς σιωπηλούς, δεν θέλει θεσμούς. Θέλει σκηνικό. Θέλει προσόψεις. Θέλει μια Δημοκρατία-βιτρίνα, όπου όλα φαίνονται κανονικά, αλλά όλα ελέγχονται από ένα κέντρο.
Και αυτό είναι το πιο ύπουλο μοντέλο εξουσίας: να μη φαίνεται αυταρχικό, αλλά να λειτουργεί αυταρχικά. Να μη φωνάζει, αλλά να επιβάλλεται. Να μη καταργεί θεσμούς, αλλά να τους αδειάζει. Να μη συγκρούεται με το Σύνταγμα ευθέως, αλλά να το στραγγίζει από την ουσία του.
Η σιωπή είναι συνενοχή
Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο τι κάνει η εξουσία. Είναι τι κάνουν όσοι βλέπουν.
Τι κάνει η Βουλή όταν υποβαθμίζεται ο ρόλος της;
Τι κάνουν οι θεσμοί όταν δέχονται πίεση;
Τι κάνουν οι πολίτες όταν βλέπουν τη Δημοκρατία να μετατρέπεται σε υπόθεση διαχείρισης από λίγους;
Τι κάνει ο Τύπος όταν η αλήθεια γίνεται ενοχλητική και η κριτική παρουσιάζεται ως “αντικυβερνητική εμμονή”;
Διότι εδώ δεν μιλάμε για μια απλή πολιτική διαφωνία. Μιλάμε για τον τρόπο που λειτουργεί το κράτος. Μιλάμε για το αν η Ελλάδα παραμένει χώρα θεσμών ή διολισθαίνει σε χώρα μηχανισμών.
Και σε τέτοιες στιγμές η ουδετερότητα δεν είναι αρετή. Είναι βόλεμα.
Η Δημοκρατία δεν πέφτει μόνο όταν κάποιος την καταλύει ανοιχτά. Πέφτει και όταν τη μετατρέπει σε τυπική διαδικασία χωρίς ουσία.
Πέφτει όταν η Βουλή γίνεται χειροκροτητής.
Πέφτει όταν η Δικαιοσύνη μοιάζει διστακτική απέναντι στους ισχυρούς.
Πέφτει όταν οι θεσμοί φοβούνται περισσότερο την κυβέρνηση από όσο η κυβέρνηση φοβάται τους θεσμούς.
Και τότε το πρόβλημα δεν είναι απλώς πολιτικό. Είναι βαθιά εθνικό.
Γιατί μια χώρα χωρίς πραγματική διάκριση εξουσιών δεν είναι ισχυρή χώρα. Είναι κράτος σε θεσμική ομηρία.
Και όποιος βαφτίζει αυτή την ομηρία “σταθερότητα”, απλώς ζητά από την κοινωνία να συνηθίσει τη δημοκρατική παρακμή.

