Οι πολίτες βαφτίζονται «δεξαμενές», οι παροχές παρουσιάζονται ως σωσίβιο και οι δημοσκοπήσεις χρησιμοποιούνται σαν εργαλείο κατασκευής πολιτικού κλίματος
Υπάρχουν πολιτικές αναλύσεις που επιχειρούν να εξηγήσουν την πραγματικότητα. Υπάρχουν, όμως, και αναλύσεις που προσπαθούν να την κατασκευάσουν.
Το συγκεκριμένο πολιτικό αφήγημα έχει απ’ όλα: παροχές από το Μαξίμου, «δεξαμενές» ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ, άνοδο του Τσίπρα, πτώση της Καρυστιανού, επιστροφή του Σαμαρά, διαζύγιο Κασσελάκη–Τζάκρη και μέχρι συμβουλές προς τα στελέχη της ΕΛΑΣ για το πώς πρέπει να μιλούν.
Μόνο που κάπου μέσα σε αυτό το πολιτικό μαγείρεμα εξαφανίζεται ο βασικός πρωταγωνιστής: ο πολίτης.
Ο πολίτης που δεν είναι ούτε «δεξαμενή», ούτε ποσοστό σε πίνακα, ούτε μάρκα στο τραπέζι κάποιου κομματικού σχεδιαστή.
Οι παροχές δεν είναι «blue chip» – είναι ομολογία πολιτικής αποτυχίας
Μας λένε ότι το Μέγαρο Μαξίμου ετοιμάζεται να επιστρατεύσει το μεγάλο «χαρτί» των παροχών της ΔΕΘ, ώστε η Νέα Δημοκρατία να πλησιάσει ή να ξεπεράσει το 30%.
Δηλαδή η κυβέρνηση, έπειτα από επτά χρόνια εξουσίας, δεν εμφανίζεται να διεκδικεί την ψήφο των πολιτών για όσα πέτυχε, αλλά να αναζητά επειγόντως ένα πακέτο χρημάτων για να περιορίσει τη δημοσκοπική φθορά της.
Και αυτό παρουσιάζεται περίπου ως έξυπνη πολιτική στρατηγική.
Όχι. Είναι ομολογία αποτυχίας.
Όταν προηγούνται η ακρίβεια, τα ενοίκια, οι χαμηλοί μισθοί, η υπερφορολόγηση και η διάλυση της αγοραστικής δύναμης και στο τέλος εμφανίζεται η κυβέρνηση με ένα προεκλογικό βοήθημα, δεν μιλάμε για κοινωνική πολιτική.
Μιλάμε για επιστροφή ενός μικρού μέρους από όσα προηγουμένως αφαιρέθηκαν.
Δεν μπορείς να παίρνεις εκατό από την τσέπη του πολίτη, να του επιστρέφεις δέκα λίγο πριν από τη ΔΕΘ και να απαιτείς και χειροκρότημα.
Οι ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ δεν είναι ιδιοκτησία κανενός
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η συζήτηση για τη δήθεν «δεξαμενή» των μετριοπαθών, δεξιόστροφων ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ, τους οποίους υποτίθεται ότι μπορεί να λεηλατήσει η Νέα Δημοκρατία, επισείοντας τον «κίνδυνο Τσίπρα».
Η πολιτική ζωή της χώρας περιγράφεται σαν επιχείρηση άντλησης καυσίμων.
Από εδώ η δεξαμενή του ΠΑΣΟΚ, από εκεί οι αναποφάσιστοι, πιο πέρα οι συντηρητικοί ψηφοφόροι της Καρυστιανού και στο βάθος όσοι ενδέχεται να ακολουθήσουν τον Σαμαρά.
Οι ψηφοφόροι, όμως, δεν κληρονομούνται. Δεν μεταβιβάζονται με συμβολαιογραφική πράξη. Και κυρίως δεν τρομοκρατούνται όλοι με το ίδιο παλιό δίλημμα:
«Ή εμείς ή ο Τσίπρας».
Το πρόβλημα της κυβέρνησης δεν είναι ότι επέστρεψε ο Τσίπρας. Το πρόβλημα είναι ότι μεγάλο μέρος της κοινωνίας έχει πάψει να πιστεύει την ίδια.
Άλλη μία πρόωρη πολιτική κηδεία για την Καρυστιανού
Ιδιαίτερη προσπάθεια καταβάλλεται για να παρουσιαστεί ως τελειωμένη υπόθεση η Μαρία Καρυστιανού.
Ναι, ορισμένες δημοσκοπήσεις καταγράφουν υποχώρηση. Ναι, το νέο κόμμα έχει εμφανίσει οργανωτικές αδυναμίες, καθυστερήσεις και έλλειψη σαφούς πολιτικού βηματισμού.
Από αυτό το σημείο, όμως, μέχρι την πολιτική νεκρολογία υπάρχει τεράστια απόσταση.
Οι ίδιες δημοσκοπήσεις που χρησιμοποιούνται ως αλάθητο ευαγγέλιο δίνουν μεταξύ τους αισθητά διαφορετικά ποσοστά. Σε μία μέτρηση η Καρυστιανού εμφανίζεται κοντά στο 5%, σε άλλη πάνω από το 8% και σε άλλη πάνω από το 10%.
Ποιο από όλα είναι η αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα;
Κανένα από μόνο του.
Οι δημοσκοπήσεις είναι φωτογραφίες μιας συγκεκριμένης στιγμής, με συγκεκριμένο δείγμα, συγκεκριμένες ερωτήσεις και συγκεκριμένη μεθοδολογία. Δεν είναι εκλογικό αποτέλεσμα και, ασφαλώς, δεν είναι πιστοποιητικό πολιτικού θανάτου.
Η συστηματική επανάληψη ότι «η Καρυστιανού πέφτει» δεν αποτελεί απλή καταγραφή. Αρχίζει πλέον να λειτουργεί και ως πολιτική υπόδειξη προς την κοινωνία:
«Μην επενδύετε εκεί, τελείωσε».
Η ιστορία, όμως, έχει αποδείξει πολλές φορές ότι οι ψηφοφόροι δεν συμμορφώνονται πάντα με τις υποδείξεις.
Ο Σαμαράς “κερδίζει” – αλλά από πού ακριβώς;
Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι το άλμα της λογικής: επειδή υποχωρεί η Καρυστιανού, ενισχύεται, λέει, ο Αντώνης Σαμαράς.
Γιατί;
Επειδή ένα τμήμα του συντηρητικού ακροατηρίου που ενδεχομένως θα πήγαινε προς την «Ελπίδα» μπορεί να αναζητήσει άλλη πολιτική στέγη.
Αυτό είναι μία υπόθεση. Όχι διαπιστωμένο γεγονός.
Μάλιστα, πρόσφατη μέτρηση κατέγραψε ότι το 78% δεν θα ψήφιζε «σίγουρα» ένα κόμμα Σαμαρά, ενώ μόλις το 12% απάντησε θετικά ή σχετικά θετικά.
Πώς μεταφράζεται αυτό σε «κλειδωμένο πενταράκι»;
Με τη γνωστή πολιτική αριθμητική: κρατάμε από κάθε δημοσκόπηση μόνο ό,τι εξυπηρετεί το αφήγημα και πετάμε τα υπόλοιπα.
Όταν πέφτει η Καρυστιανού, η δημοσκόπηση είναι αξιόπιστη.
Όταν εμφανίζει περιορισμένη δυναμική για τον Σαμαρά, τότε μπαίνει στο παιχνίδι η «πολιτική εμπειρία» και η ικανότητά του να «ξέρει τη δουλειά».
Όταν ο Βελόπουλος πλησιάζει ή ξεπερνά το 9%, η μέτρηση ξαφνικά θεωρείται δύσκολο να γίνει πιστευτή.
Αυτή δεν είναι ανάλυση.
Είναι επιλογή αριθμών από τον δημοσκοπικό μπουφέ.
Οι δημοσιογράφοι έγιναν σύμβουλοι της ΕΛΑΣ;
Εξίσου αποκαλυπτικό είναι το σημείο όπου δίνονται δημόσιες συμβουλές προς την ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα.
Να αλλάξει ατζέντα. Να σταματήσει τη συζήτηση για τους φόρους. Να προσέχουν τα στελέχη της. Να μην εμφανίζονται απροετοίμαστα. Να είναι σεμνά και ταπεινά.
Λίγο ακόμη και θα ακολουθήσει εβδομαδιαίο εγχειρίδιο πολιτικής επικοινωνίας.
Εδώ πλέον τα όρια ανάμεσα στην πολιτική δημοσιογραφία και στην κομματική συμβουλευτική γίνονται θολά.
Ο δημοσιογράφος οφείλει να ελέγχει την εξουσία και όσους τη διεκδικούν. Όχι να τους υποδεικνύει πώς θα διορθώσουν την εικόνα τους, πώς θα αποφύγουν τις κακοτοπιές και πώς θα αυξήσουν τα ποσοστά τους.
Όταν ένα κόμμα αντιμετωπίζεται όχι ως αντικείμενο ελέγχου αλλά ως πολιτικό προϊόν που χρειάζεται καλύτερη συσκευασία, τότε κάτι δεν πάει καλά.
Το διαζύγιο Κασσελάκη–Τζάκρη είναι πραγματικό – οι ερμηνείες όχι κατ’ ανάγκην
Η αποχώρηση της Θεοδώρας Τζάκρη από τους Δημοκράτες είναι πραγματικό πολιτικό γεγονός.
Υπήρξε σαφής σύγκρουση στρατηγικής, φυσιογνωμίας και πιθανών συνεργασιών. Η Τζάκρη κατήγγειλε αρχηγισμό και δεξιά απόκλιση, ενώ ο Κασσελάκης υποστήριξε ότι ο ίδιος ζήτησε την παραίτησή της και τοποθέτησε το κόμμα του στο «φιλελεύθερο κέντρο».
Από εκεί και πέρα, όμως, το συμπέρασμα ότι ο Κασσελάκης «κλείνει το μάτι στη Νέα Δημοκρατία» χρειάζεται αποδείξεις και όχι απλώς πολιτική φαντασία.
Στην πολιτική άλλο η εκτίμηση, άλλο η πληροφορία και άλλο η επιθυμία του αρθρογράφου.
Η μεταξύ τους σύγχυση δεν υπηρετεί την ενημέρωση.
Δεν περιγράφουν απλώς το πολιτικό σκηνικό – προσπαθούν να το σκηνοθετήσουν
Το συνολικό μήνυμα είναι καθαρό:
Η κυβέρνηση μπορεί να ανακάμψει με παροχές.
Το ΠΑΣΟΚ χάνει και οι ψηφοφόροι του είναι διαθέσιμοι.
Ο Τσίπρας ανεβαίνει και πρέπει να διορθώσει ορισμένες λεπτομέρειες.
Η Καρυστιανού πέφτει και ίσως τελειώνει.
Ο Σαμαράς έρχεται.
Ο Βελόπουλος ανεβαίνει, αλλά όχι και τόσο όσο δείχνουν κάποιες μετρήσεις.
Πολύ βολικά τακτοποιημένος ολόκληρος ο πολιτικός χάρτης.
Μόνο που οι εκλογές δεν γίνονται στα δημοσιογραφικά γραφεία ούτε στις αίθουσες των εταιρειών δημοσκοπήσεων.
Γίνονται στην κάλπη.
Και εκεί δεν ψηφίζουν «δεξαμενές», «τάσεις», «blue chips» και επικοινωνιακά πακέτα.
Ψηφίζουν άνθρωποι.
Άνθρωποι που πληρώνουν λογαριασμούς, ενοίκια, καύσιμα και φόρους. Άνθρωποι που βλέπουν τη δημόσια υγεία, την παιδεία, τη δικαιοσύνη και τους θεσμούς να δοκιμάζονται. Άνθρωποι που μπορεί να σιωπούν σήμερα, αλλά δεν έχουν παραδώσει σε κανέναν το δικαίωμα να αποφασίζει εκ μέρους τους.
Γι’ αυτό λίγη προσοχή στις πολιτικές νεκρολογίες, στις βεβαιότητες και στα πρόωρα «κλειδώματα».
Διότι πολλές φορές εκείνοι που επιχειρούν να κατασκευάσουν το αποτέλεσμα πριν από τις εκλογές είναι οι πρώτοι που εκπλήσσονται όταν ανοίγουν οι κάλπες.

