Οι κυβερνήσεις αλλάζουν και οι πολιτικοί αποχωρούν – Η κοινωνική ανοχή στην παρανομία, στη συγκάλυψη και στην εξαγορά της ενημέρωσης μπορεί να παραμείνει για δεκαετίες
Θα ήταν βολικό να πιστέψουμε ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα της χώρας είναι μία κυβέρνηση, ένα κόμμα ή ένας πρωθυπουργός.
Θα σήμαινε ότι αρκούν μερικές εκλογές, μια πολιτική ήττα και μια αλλαγή προσώπων για να καθαρίσει ο τόπος.
Δυστυχώς, το πρόβλημα είναι βαθύτερο.
Δεν είναι μόνο η διαφθορά στην εξουσία. Είναι η κοινωνία που εκπαιδεύεται να τη θεωρεί φυσιολογική. Είναι ο πολίτης που ακούει για ένα ακόμη σκάνδαλο, σηκώνει τους ώμους και λέει: «Έτσι είναι η πολιτική».
Εκεί ακριβώς αρχίζει η πραγματική ήττα.
Όταν το σκάνδαλο γίνεται καθημερινότητα
Καταγγελίες για δημόσιο χρήμα, απευθείας αναθέσεις, παρακολουθήσεις, συγκάλυψη, σύγκρουση συμφερόντων και κρατική χρηματοδότηση μέσων ενημέρωσης εμφανίζονται πλέον στη δημόσια συζήτηση με τέτοια συχνότητα, ώστε κινδυνεύουν να χάσουν τη βαρύτητά τους.
Η μία υπόθεση σκεπάζει την προηγούμενη. Η επικαιρότητα προχωρά, τα τηλεοπτικά πάνελ αλλάζουν θέμα και η κοινωνία συνηθίζει.
Κάθε καταγγελία οφείλει ασφαλώς να ερευνάται και η ποινική ευθύνη αποδίδεται μόνο από τη Δικαιοσύνη. Η πολιτική ευθύνη, όμως, δεν χρειάζεται να περιμένει μια τελεσίδικη δικαστική απόφαση ύστερα από δέκα ή δεκαπέντε χρόνια.
Στη δημοκρατία η κυβέρνηση οφείλει να απαντά, να δημοσιοποιεί στοιχεία και να απομακρύνει τη σκιά από τους θεσμούς. Δεν αρκεί να δηλώνει ότι όλα είναι νόμιμα επειδή διαθέτει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Η νομιμότητα δεν είναι αριθμητική. Και η ηθική δεν ψηφίζεται με 151 βουλευτές.
Μια εξουσία χωρίς ιδεολογικά σύνορα
Η σημερινή κυβερνητική παράταξη έχει συγκεντρώσει πρόσωπα με εντελώς διαφορετικές πολιτικές διαδρομές: στελέχη της παραδοσιακής Νέας Δημοκρατίας, πρώην στελέχη του ΠΑΣΟΚ και πολιτικούς που ξεκίνησαν από κόμματα δεξιότερα της ΝΔ.
Ο Άδωνις Γεωργιάδης, ο Γιώργος Φλωρίδης, ο Θάνος Πλεύρης και ο Ανδρέας Λοβέρδος προέρχονται από διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες. Σήμερα συναντώνται γύρω από το ίδιο σύστημα εξουσίας.
Η μετακίνηση ενός πολιτικού από έναν χώρο σε έναν άλλο δεν αποτελεί από μόνη της αδίκημα. Το ερώτημα είναι εάν συνοδεύεται από πολιτική εξήγηση ή εάν οι ιδεολογίες εγκαταλείπονται μόλις ανοίξει μία πόρτα προς την εξουσία.
Όταν άνθρωποι που κάποτε βρίσκονταν απέναντι καταλήγουν στην ίδια πολιτική παράταξη, χωρίς να έχουν εξηγήσει τι ακριβώς άλλαξε στις απόψεις τους, ο πολίτης δικαιούται να υποψιάζεται ότι το συνεκτικό στοιχείο δεν είναι η ιδεολογία αλλά η νομή της εξουσίας.
Θα ανεχόταν άραγε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής τη σημερινή ποιότητα ορισμένων δημόσιων αντιπαραθέσεων; Θα αντικαθιστούσε ο Ανδρέας Παπανδρέου τον Γιώργο Γεννηματά με πολιτικούς που σήμερα εμφανίζονται ως συνεχιστές της μεγάλης δημοκρατικής παράταξης;
Οι απαντήσεις δεν μπορούν να είναι βέβαιες. Τα ερωτήματα, όμως, παραμένουν αμείλικτα.
Τα κόμματα έγιναν δεξαμενές επαγγελματιών της εξουσίας
Η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ αποτέλεσαν τους δύο βασικούς πυλώνες της μεταπολιτευτικής πολιτικής ζωής. Εκατομμύρια πολίτες τα στήριξαν πιστεύοντας ότι υπηρετούν συγκεκριμένες αρχές, κοινωνικές τάξεις και ιστορικές παραδόσεις.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε στέλεχος ή ψηφοφόρος τους είναι διεφθαρμένος. Μια τέτοια γενίκευση θα ήταν άδικη και ανόητη.
Σημαίνει, όμως, ότι γύρω από τα κόμματα εξουσίας δημιουργήθηκε σταδιακά μια επαγγελματική πολιτική τάξη. Στελέχη περιμένουν τη σειρά τους, προσαρμόζουν τη ρητορική τους, αλλάζουν παρατάξεις και παραμένουν διαθέσιμα για την επόμενη θέση.
Η ιδεολογία γίνεται διαβατήριο μιας χρήσης. Η κομματική ένταξη μετατρέπεται σε μηχανισμό επαγγελματικής αποκατάστασης. Και η δημόσια διοίκηση κινδυνεύει να αντιμετωπιστεί ως λάφυρο.
Το πρόβλημα είναι θεσμικό, όχι συνθηματολογικό
Οι αδυναμίες στην πρόληψη της διαφθοράς δεν αποτελούν μόνο αντιπολιτευτική καταγγελία.
Τον Μάιο του 2026, η Ομάδα Κρατών κατά της Διαφθοράς του Συμβουλίου της Ευρώπης διαπίστωσε ότι η Ελλάδα είχε εφαρμόσει ικανοποιητικά μόλις έξι από τις 17 σχετικές συστάσεις. Οι υπόλοιπες έντεκα είχαν εφαρμοστεί μόνο εν μέρει.
Αναγνωρίστηκε πρόοδος σε ορισμένους τομείς, αλλά κρίθηκε ότι η χώρα δεν βρισκόταν ακόμη σε επαρκή συμμόρφωση. Ζητήθηκαν περαιτέρω μέτρα για τη διαφάνεια των πολιτικών συμβούλων, τις συγκρούσεις συμφερόντων, τις παρεμβάσεις στη νομοθέτηση, την προστασία πληροφοριοδοτών και την πρόληψη της διαφθοράς στην Αστυνομία.
Άρα το πρόβλημα υπάρχει, καταγράφεται και δεν αντιμετωπίζεται με επικοινωνιακές διαβεβαιώσεις.
Από τον Μητσοτάκη μπορεί να γλιτώσουμε – Από τη συνήθεια;
Μια κυβέρνηση μπορεί να ηττηθεί. Ένας πρωθυπουργός μπορεί να αποχωρήσει. Ένας υπουργός μπορεί να αντικατασταθεί.
Η κοινωνική μόλυνση, όμως, παραμένει.
Παραμένει όταν ο πολίτης θεωρεί αυτονόητο ότι ο πολιτικός θα εξυπηρετήσει φίλους. Όταν πιστεύει ότι όλοι χρηματίζονται, όλοι παρακολουθούν, όλοι συγκαλύπτουν και όλοι αγοράζουν επιρροή.
Αυτή η πεποίθηση δεν τιμωρεί μόνο τους ενόχους. Αθωώνει τους πάντες.
Το πιο επικίνδυνο για μια δημοκρατία δεν είναι ο πολιτικός που νομίζει ότι μπορεί να κάνει τα πάντα. Είναι ο πολίτης που έχει πειστεί ότι όλοι είναι ίδιοι και επομένως τίποτε δεν μπορεί να αλλάξει.
Από μία κυβέρνηση μπορούμε να απαλλαγούμε με την ψήφο μας.
Από μια κοινωνία που συμφιλιώθηκε με τη διαφθορά, πολύ δυσκολότερα.

