Η φράση του Αλέξη Παπαχελά ότι η Ελλάδα είναι «δεύτερη – τρίτη στρατιωτική δύναμη στην Ευρώπη» δεν είναι απλώς μια εντυπωσιακή ατάκα. Είναι μια υπενθύμιση ότι η χώρα συχνά βλέπει τον εαυτό της μόνο μέσα από τον φόβο της Τουρκίας — και όχι μέσα από την πραγματική της ισχύ.
Η Ελλάδα διαθέτει ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις, σοβαρή αποτρεπτική ικανότητα, έμπειρο προσωπικό, ισχυρή Πολεμική Αεροπορία, Ναυτικό με κρίσιμο ρόλο στο Αιγαίο και ένα αμυντικό βάθος που λίγες ευρωπαϊκές χώρες έχουν αναγκαστεί να διατηρήσουν. Η δήλωση του Παπαχελά προβλήθηκε από τον ΣΚΑΪ με τη φράση: «Η Ελλάδα είναι δεύτερη – τρίτη στρατιωτική δύναμη στην Ευρώπη. Έχουμε ένα απίστευτο οπλοστάσιο. Δεν το καταλαβαίνουμε μερικές φορές, γιατί συγκρίνουμε τον εαυτό μας με την Τουρκία».
Και εδώ βρίσκεται όλο το ζήτημα.
Η Ελλάδα δεν είναι μια μικρή, φοβισμένη χώρα που απλώς περιμένει τις κινήσεις της Άγκυρας. Είναι κράτος-μέλος της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ, με μία από τις πιο βαριές αμυντικές επενδύσεις στην Ευρώπη. Σύμφωνα με το Reuters, η Ελλάδα δαπανά περίπου το 3% του ΑΕΠ της για την άμυνα, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ προωθεί πολυετές πρόγραμμα εκσυγχρονισμού ύψους δεκάδων δισεκατομμυρίων.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι ότι η Ελλάδα δεν έχει ισχύ. Το πρόβλημα είναι αν ξέρει να τη χρησιμοποιεί πολιτικά, διπλωματικά και στρατηγικά.
Γιατί άλλο πράγμα είναι να έχεις Rafale, F-16 Viper, φρεγάτες, υποβρύχια, αντιαεροπορικά συστήματα και στρατηγικές συμμαχίες — και άλλο να εκπέμπεις καθαρό μήνυμα αποτροπής. Άλλο πράγμα είναι να διαθέτεις οπλοστάσιο και άλλο να έχεις εθνική αυτοπεποίθηση. Άλλο πράγμα είναι να είσαι ισχυρός στα χαρτιά και άλλο να μη φοβάσαι να το δείξεις όταν απειλείται ελληνική κυριαρχία.
Η μόνιμη σύγκριση με την Τουρκία έχει δημιουργήσει ένα ψυχολογικό σύνδρομο. Η Αθήνα συχνά δεν μετρά την ισχύ της σε σχέση με την Ευρώπη, αλλά μόνο σε σχέση με τον εξ ανατολών αντίπαλο. Έτσι, αντί να σκέφτεται ως ισχυρό ευρωπαϊκό κράτος της Μεσογείου, σκέφτεται σαν χώρα υπό διαρκή πίεση. Αυτό βολεύει την Τουρκία. Γιατί η Τουρκία δεν χρειάζεται πάντα να νικήσει στρατιωτικά. Αρκεί πολλές φορές να πείσει την Ελλάδα ότι πρέπει να φοβάται.
Και εκεί είναι το κρίσιμο σημείο: η αποτροπή δεν είναι μόνο όπλα. Είναι βούληση. Είναι καθαρή γραμμή. Είναι διπλωματική αποφασιστικότητα. Είναι πολιτικό μήνυμα. Είναι η ικανότητα ενός κράτους να λέει εγκαίρως: μέχρι εδώ.
Η Ελλάδα έχει πληρώσει ακριβά την άμυνά της. Ο ελληνικός λαός έχει σηκώσει για δεκαετίες τεράστιο βάρος, ακριβώς επειδή η χώρα ζει δίπλα σε μια αναθεωρητική δύναμη. Τα στοιχεία του Euronews δείχνουν ότι η Ελλάδα διαθέτει αναλογικά έναν από τους μεγαλύτερους ενεργούς στρατούς στην Ευρώπη, ακριβώς λόγω της μόνιμης απειλής από την Ανατολή.
Άρα το ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα έχει δύναμη.
Το ερώτημα είναι αν έχει πολιτική ηγεσία που να αντιλαμβάνεται το βάρος αυτής της δύναμης.
Διότι μια χώρα με ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις δεν μπορεί να συμπεριφέρεται σαν διπλωματικός κομπάρσος. Δεν μπορεί να επενδύει δισεκατομμύρια στην άμυνα και μετά να χαμηλώνει τον πήχη σε κάθε τουρκική πρόκληση. Δεν μπορεί να παρουσιάζει την ψυχραιμία ως στρατηγική, όταν η άλλη πλευρά παρουσιάζει την αμφισβήτηση ως εθνική πολιτική.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται πολεμοχαρή ρητορική. Χρειάζεται σοβαρότητα. Δεν χρειάζεται κραυγές. Χρειάζεται καθαρό μήνυμα. Δεν χρειάζεται εθνικιστικές εξάρσεις. Χρειάζεται αυτοπεποίθηση κράτους.
Γιατί η πραγματική δύναμη δεν είναι να φωνάζεις. Είναι να ξέρει ο άλλος ότι δεν μπορεί να σε αγνοήσει.
Και σε αυτό ο Παπαχελάς έβαλε το δάχτυλο στην πληγή: πολλές φορές δεν καταλαβαίνουμε τι έχουμε. Δεν καταλαβαίνουμε το βάρος του ελληνικού οπλοστασίου. Δεν καταλαβαίνουμε τη θέση της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή άμυνα. Δεν καταλαβαίνουμε ότι η χώρα δεν είναι ουραγός, αλλά κρίσιμος πυλώνας ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η τελική αλήθεια είναι απλή:
Η Ελλάδα δεν είναι αδύναμη.
Αδύναμη γίνεται όταν σκέφτεται σαν αδύναμη.
Και μια χώρα που έχει ισχύ, αλλά φοβάται να την πιστέψει, κινδυνεύει να χάσει όχι από την ανεπάρκεια των όπλων της — αλλά από την ανασφάλεια της πολιτικής της.

