Από τη συμφωνία του 1960 για τους gastarbeiter έως το νέο κύμα φυγής των μορφωμένων νέων, η χώρα αλλάζει εποχές αλλά όχι μοτίβο: διώχνει τα παιδιά της και ύστερα τα νοσταλγεί.
Η μεγάλη έξοδος δεν ήταν όνειρο, ήταν ανάγκη
Το 1960 δεν υπεγράφη απλώς μια διακρατική συμφωνία ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Γερμανία. Υπεγράφη η επίσημη σφραγίδα πάνω σε μια εθνική πληγή. Χιλιάδες νέοι και νέες, κυρίως από τη φτωχή επαρχία και ιδιαίτερα από τη Βόρεια Ελλάδα, στοιβάζονταν σε μια διαδικασία επιλογής που δεν έβλεπε ανθρώπους, αλλά σώματα κατάλληλα για εξαγωγή. Αντοχή, ηλικία, υγεία, σωματική ευρωστία: αυτά ήταν τα «προσόντα» για να φύγεις. Οχι για να ζήσεις, αλλά για να χρησιμοποιηθείς.
Η μεταπολεμική Ελλάδα, πληγωμένη από την Κατοχή, τον Εμφύλιο, την εγκατάλειψη της υπαίθρου και την ανισότητα, δεν πρόσφερε προοπτική. Πρόσφερε φυγή. Ετσι γεννήθηκε η μαζική έξοδος προς τα γερμανικά εργοστάσια. Ο κόσμος δεν έφευγε επειδή του περίσσευαν οι επιλογές. Εφευγε επειδή δεν είχε καμία.
Οι γυναίκες που κουβάλησαν το τραύμα μιας ολόκληρης χώρας
Αυτό το βουβό, ιστορικό τραύμα φωτίζει η Κωστούλα Τωμαδάκη στο ντοκιμαντέρ «Η μητέρα του σταθμού». Στο επίκεντρο βρίσκονται οι γυναίκες της Βόρειας Ελλάδας που έφυγαν παιδούλες σχεδόν, στα 18 και στα 19 τους, για να μπουν κατευθείαν από το καράβι στη γραμμή παραγωγής. Δεν είχαν χρόνο να ενηλικιωθούν. Ενηλικιώθηκαν μέσα στη βάρδια, στη μοναξιά, στην εξάντληση, στον φόβο, στον ρατσισμό και στη νοσταλγία.
Κι όμως, αυτές οι γυναίκες δεν λύγισαν. Σήκωσαν οικογένειες, κράτησαν γλώσσα και μνήμη, μεγάλωσαν παιδιά, έφτιαξαν μια ζωή πάνω στο μόνιμο ρήγμα της απουσίας. Ηθελαν τα παιδιά τους να μη ζήσουν όσα έζησαν οι ίδιες. Να σπουδάσουν, να σταθούν, να ξεφύγουν. Και τελικά, πάνω σε αυτή τη θυσία, πάτησε μια επόμενη γενιά για να προχωρήσει.
Από τα εργοστάσια της Γερμανίας στα αεροδρόμια του brain drain
Η πιο πικρή αλήθεια, όμως, είναι ότι αυτή η ιστορία δεν τελείωσε ποτέ. Απλώς άλλαξε ρούχα. Τότε έφευγαν εργάτριες και εργάτες για τις μηχανές της βιομηχανίας. Σήμερα φεύγουν γιατροί, νοσηλευτές, μηχανικοί, επιστήμονες και νέοι με πτυχία για να υπηρετήσουν άλλες οικονομίες. Το μοτίβο παραμένει το ίδιο: η Ελλάδα εξακολουθεί να παράγει ανθρώπους που δεν μπορεί ή δεν θέλει να κρατήσει.
Η μετανάστευση έγινε σχεδόν πολιτισμική κανονικότητα. Μια χώρα που έμαθε να αποχαιρετά τα παιδιά της στο λιμάνι, έμαθε αργότερα να τα αποχαιρετά στο αεροδρόμιο. Μόνο τα μέσα άλλαξαν. Ο πόνος έμεινε ίδιος. Και η νοσταλγία επίσης. Γιατί όταν μια πατρίδα σε διώχνει, δεν παύει να είναι πατρίδα. Γίνεται, όμως, πατρίδα πληγή.
Η πιο σκληρή φράση αυτού του δράματος είναι και η πιο αληθινή: «Θυσιάστηκε μια γενιά για να ζήσει μια άλλη».
Το ερώτημα είναι αν αυτή η χώρα έμαθε κάτι από τη θυσία εκείνη ή αν συνεχίζει, δεκαετία μετά τη δεκαετία, να τρέφεται από το ίδιο εθνικό έγκλημα: να στέλνει το αίμα της αλλού και να βαφτίζει τη φυγή «μοίρα».

