Οι πιλότοι είναι πράγματι κορυφαίοι. Η κρατική αυτοαποθέωση, όμως, καταρρέει μπροστά στους ίδιους τους αριθμούς: δεκάδες μέσα είναι ενοικιαζόμενα, ενώ τα νέα DHC-515 θα αρχίσουν να φτάνουν από το 2028 και όχι από το 2027.
Η Ελλάδα δεν είναι αδύναμη στην αεροπυρόσβεση. Διαθέτει τεράστια εμπειρία, σημαντικό αριθμό εναέριων μέσων και χειριστές που επιχειρούν εκεί όπου η παραμικρή αστοχία μπορεί να αποβεί μοιραία.
Από αυτό το σημείο, όμως, μέχρι να βαφτίζεται η χώρα «ευρωπαϊκή υπερδύναμη» υπάρχει μια απόσταση. Και αυτή η απόσταση δεν καλύπτεται με υπερθετικούς βαθμούς, πατριωτικές κορώνες και δελτία αυτοθαυμασμού.
Καλύπτεται με σύγχρονα ιδιόκτητα αεροσκάφη, πραγματική διαθεσιμότητα, επαρκή συντήρηση, πρόληψη στο έδαφος και μετρήσιμα αποτελέσματα όταν η φωτιά φτάνει στις αυλές των πολιτών.
Τα 80 μέσα δεν είναι 80 Canadair
Ο αριθμός των 80 έως 85 εναέριων μέσων ακούγεται εντυπωσιακός. Μόνο που χρειάζεται να ειπωθεί ολόκληρη η αλήθεια.
Δεν πρόκειται για 80 ιδιόκτητα πυροσβεστικά αεροσκάφη, ούτε φυσικά για 80 Canadair. Στον συνολικό αριθμό περιλαμβάνονται αεροσκάφη και ελικόπτερα διαφορετικών τύπων και αποστολών — κατάσβεσης, επιτήρησης και συντονισμού.
Η ίδια η Πολιτεία έχει αναφέρει ότι τα 49 είναι μισθωμένα μέσω πολυετούς συμφωνίας, ενώ ο εθνικός στόλος υπολογίζεται σε περίπου 30 έως 35 μέσα.
Άρα, η περίφημη «υπερδύναμη» στηρίζεται κατά πλειοψηφία σε ενοικιαζόμενα μέσα.
Οι μισθώσεις μπορεί να είναι επιχειρησιακά αναγκαίες και χρήσιμες. Δεν είναι ντροπή να μισθώνει μια χώρα μέσα για να καλύψει τις αυξημένες θερινές ανάγκες της. Ντροπή είναι να παρουσιάζεται η μίσθωση ως μόνιμη εθνική ισχύς και η αριθμητική συγκέντρωση διαφορετικών μέσων ως απόδειξη ευρωπαϊκής κυριαρχίας.
Και κάτι ακόμη: ο ισχυρισμός περί «μεγαλύτερου στόλου της Ευρώπης» χρειάζεται ενιαία συγκριτικά στοιχεία, ίδια κριτήρια καταμέτρησης και πραγματική ημερήσια διαθεσιμότητα. Διαφορετικά είναι τίτλος εντυπωσιασμού, όχι σοβαρή αποτίμηση.
Οι πραγματικοί ήρωες πετούν με αεροσκάφη πενήντα ετών
Για τους πιλότους της 355 Μοίρας Τακτικών Μεταφορών και της 383 Μοίρας Ειδικών Επιχειρήσεων και Αεροπυρόσβεσης δεν χρειάζονται υπερβολές. Η αξία τους αποδεικνύεται κάθε καλοκαίρι στον αέρα.
Πετούν χαμηλά, μέσα σε καπνό, θερμικά ρεύματα και αναταράξεις. Κάνουν υδροληψίες σε δύσκολες θάλασσες και ρίψεις σε χαράδρες, βουνά και κατοικημένες περιοχές. Ρισκάρουν τη ζωή τους για να κερδίσουν χρόνο οι επίγειες δυνάμεις και να σωθούν άνθρωποι, σπίτια και δάση.
Ακριβώς γι’ αυτό είναι προκλητικό να χρησιμοποιείται η αυτοθυσία τους ως σκηνικό κρατικής προπαγάνδας.
Το γεγονός ότι οι Έλληνες χειριστές καταφέρνουν να κρατούν επιχειρησιακά αεροσκάφη CL-215 ηλικίας περίπου μισού αιώνα δεν αποτελεί μόνο λόγο υπερηφάνειας. Αποτελεί και βαρύ κατηγορητήριο για όλες τις κυβερνήσεις που άφησαν τον πυρήνα της αεροπυρόσβεσης να γεράσει.
Η ανδρεία των πιλότων δεν μπορεί να λειτουργεί ως ανταλλακτικό για την καθυστέρηση του κράτους.
Τα νέα Canadair δεν πετούν ακόμη — και δεν έρχονται το 2027
Το αρχικό αφήγημα παρουσιάζει την Ελλάδα περίπου έτοιμη να παραλάβει επτά νέα DHC-515 από το 2027. Μόνο που το επικαιροποιημένο επίσημο χρονοδιάγραμμα λέει διαφορετικά.
Προβλέπει δύο αεροσκάφη το 2028, ένα το 2029, δύο το 2030 και δύο το 2031.
Με απλά λόγια: τα νέα Canadair δεν βρίσκονται σήμερα στα αεροδρόμια, δεν πετούν πάνω από τα μέτωπα και δεν μπορούν να προσμετρώνται στην τρέχουσα επιχειρησιακή ισχύ της χώρας.
Είναι μια αναγκαία και σημαντική προμήθεια για τα επόμενα χρόνια. Όχι σημερινή ασπίδα και πολύ περισσότερο όχι λόγος για πρόωρους πανηγυρισμούς.
Το ίδιο ισχύει για το πρόγραμμα «ΑΙΓΙΣ». Ο προϋπολογισμός των 2,1 δισεκατομμυρίων ευρώ είναι μεγάλος και οι προβλεπόμενες προμήθειες κρίσιμες. Αλλά ένα πρόγραμμα υπό υλοποίηση δεν είναι ολοκληρωμένο οπλοστάσιο.
Οι συμβάσεις, οι εξαγγελίες και τα χρονοδιαγράμματα αποκτούν αξία μόνο όταν μετατρέπονται σε παραδομένα μέσα, εκπαιδευμένα πληρώματα και καθημερινή επιχειρησιακή διαθεσιμότητα.
Μέχρι τότε, το «θα πάρουμε» δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως «έχουμε».
Το rescEU δεν έχει εθνικό ιδιοκτήτη
Εξίσου υπερβολικός είναι ο ισχυρισμός ότι η ελληνική αεροπυρόσβεση αποτελεί τη «ραχοκοκαλιά» του ευρωπαϊκού μηχανισμού rescEU.
Η Ελλάδα έχει προσφέρει ουσιαστική βοήθεια σε άλλες χώρες και αυτό πρέπει να αναγνωρίζεται. Όπως και άλλες χώρες έχουν συνδράμει την Ελλάδα όταν ταυτόχρονα μέτωπα ξεπερνούν τις εθνικές δυνατότητες.
Αυτό ακριβώς είναι το rescEU: κοινός ευρωπαϊκός μηχανισμός, με αεροσκάφη και ελικόπτερα κατανεμημένα σε πολλές χώρες. Δεν είναι παράρτημα της ελληνικής κυβέρνησης ούτε εθνικό τρόπαιο προς επικοινωνιακή αξιοποίηση.
Η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη δεν χρειάζεται ιδιοκτήτες. Χρειάζεται συνεργασία, ταχύτητα και ειλικρίνεια.
Υπερδύναμη στην πρόληψη ή μόνο στους τίτλους;
Η πραγματική ισχύς στην πολιτική προστασία δεν μετριέται μόνο στον αριθμό των αεροσκαφών που εμφανίζονται σε έναν πίνακα.
Μετριέται στους καθαρισμούς, στις αντιπυρικές ζώνες, στους δασικούς δρόμους, στις υδατοδεξαμενές, στην επάρκεια των επίγειων δυνάμεων, στη συντήρηση του δικτύου ηλεκτροδότησης, στον συντονισμό κράτους, Περιφερειών και δήμων και στην ταχύτητα της πρώτης επέμβασης.
Τα εναέρια μέσα είναι πολύτιμα. Δεν σβήνουν όμως μόνα τους τις πυρκαγιές και δεν μπορούν να υποκαταστήσουν ένα κράτος που οφείλει να λειτουργεί πριν εμφανιστεί ο πρώτος καπνός.
Οι Έλληνες πιλότοι αξίζουν σεβασμό. Οι πυροσβέστες και οι εθελοντές αξίζουν στήριξη. Η χώρα χρειάζεται πράγματι έναν ισχυρό, σύγχρονο και μόνιμο μηχανισμό αεροπυρόσβεσης.
Αυτό που δεν χρειάζεται είναι να ανακηρύσσεται «υπερδύναμη» επειδή συγκεντρώνει δεκάδες μισθωμένα μέσα για λίγους μήνες, κρατά στον αέρα αεροσκάφη πενήντα ετών και βαφτίζει τις παραδόσεις του 2028 έως το 2031 σημερινό επίτευγμα.
Γιατί στις φωτιές δεν κερδίζει όποιος γράφει το πιο θριαμβευτικό δελτίο Τύπου.
Κερδίζει όποιος έχει προλάβει, οργανωθεί και προστατεύσει τον πολίτη πριν αρχίσει να μετρά τις στάχτες.

