Το δεύτερο εξάμηνο του 2027 η Ελλάδα θα αναλάβει για έκτη φορά την Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόκειται για έναν θεσμικό ρόλο υψηλού κύρους, που μας δίνει τη δυνατότητα να διαμορφώσουμε την ευρωπαϊκή ατζέντα σε μια περίοδο κρίσιμων εξελίξεων για την Ένωση. Παρά ταύτα, παραμένει άγνωστο ποια κυβέρνηση θα έχει την ευθύνη της Προεδρίας, καθώς στο μεσοδιάστημα θα έχουν προηγηθεί εθνικές εκλογές.
Ανεξαρτήτως πολιτικών συσχετισμών και εκλογικών αποτελεσμάτων, ένα πράγμα είναι βέβαιο: η επιτυχία της ελληνικής Προεδρίας θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο η χώρα θα μπορέσει να αφήσει ένα σαφές, δημιουργικό αποτύπωμα στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Και αυτό απαιτεί συνέχεια, συνέπεια και –κυρίως– στοιχειώδη υπερκομματική συνεργασία. Η κυβέρνηση που θα ξεκινήσει την προετοιμασία και εκείνη που θα ασκήσει την Προεδρία πρέπει να κινηθούν σε κοινή στρατηγική γραμμή. Χωρίς αυτή τη θεσμική συνέχεια, καμία χώρα δεν μπορεί να αξιοποιήσει πραγματικά τον θεσμικό αυτό ρόλο.
Η ευκαιρία για τη χώρα και την Ευρώπη
Η ελληνική Προεδρία δεν είναι απλώς μια θεσμική υποχρέωση· είναι μια ευκαιρία. Μια ευκαιρία να αναδείξουμε τον ρόλο που δικαιούται η Ελλάδα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και να προωθήσουμε την εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης προς όφελος των πολιτών.
Σε μια εποχή που η Ευρώπη αναζητά νέες ισορροπίες απέναντι σε γεωπολιτικές εντάσεις, ενεργειακή αβεβαιότητα, μεταναστευτικές πιέσεις και τεχνολογικές μεταβάσεις, η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να συμβάλει με πολιτικές πρωτοβουλίες, με όραμα και με σοβαρότητα. Για να το πετύχει, όμως, χρειάζεται να ανακτήσει μια ενεργητική, πολυεπίπεδη εξωτερική πολιτική όπως αυτή που είχε απογειώσει το διεθνές κύρος της χώρας τις προηγούμενες δεκαετίες.
Ο ρόλος της Προεδρίας απαιτεί σχέσεις εμπιστοσύνης, διεθνή αξιοπιστία, διοικητική επάρκεια και πολιτική αποφασιστικότητα. Δεν αρκεί να “τρέχει” η διαδικασία. Χρειάζεται πολιτικό περιεχόμενο, ξεκάθαρες προτεραιότητες και ικανότητα διαμεσολάβησης μεταξύ των κρατών-μελών.
Η ανάγκη για ενεργοποίηση της εθνικής εμπειρίας
Με δεδομένη τη δυσκολία της ατζέντας και τον υψηλό πήχη των ευρωπαϊκών προσδοκιών, τίθεται επιτακτικά το ζήτημα αξιοποίησης της θεσμικής μνήμης και εμπειρίας της χώρας. Γι’ αυτό και επανέρχεται η πρόταση για ενεργοποίηση όλων των πρώην Πρωθυπουργών και Υπουργών Εξωτερικών που χειρίστηκαν προηγούμενες ελληνικές Προεδρίες και είχαν καθοριστική συμμετοχή στον σχεδιασμό και την υλοποίησή τους.
Η εμπειρία αυτή δεν είναι απλώς χρήσιμη· είναι πολύτιμη. Μπορεί να προσφέρει τεχνογνωσία, ιστορικό βάθος και στρατηγική συνέχεια – στοιχεία που καμία κυβέρνηση, όσο ικανή και αν είναι, δεν μπορεί να αναπληρώσει μόνη της. Μια τέτοια πρωτοβουλία θα έστελνε, επιπλέον, ένα ισχυρό μήνυμα ενότητας προς την Ευρώπη: ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει την Προεδρία όχι με μικροκομματικές λογικές, αλλά ως εθνική υπόθεση.
Κλείνοντας
Η Προεδρία του Συμβουλίου της Ε.Ε. το 2027 μπορεί να αποτελέσει ένα νέο σημείο καμπής για την ευρωπαϊκή ταυτότητα της χώρας. Είναι μια στιγμή που μπορεί να αναδείξει τις δυνατότητές μας, να ενισχύσει την επιρροή μας και να επιτρέψει στην Ελλάδα να συμβάλει ουσιαστικά στη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού μέλλοντος.
Για να συμβεί αυτό, όμως, απαιτείται εξωτερική πολιτική με πυξίδα, θεσμική συνέχεια και εθνική συνεννόηση. Η Ελλάδα έχει τις δυνατότητες, έχει το ανθρώπινο δυναμικό και έχει την ιστορική ευκαιρία. Το ζητούμενο είναι να τις αξιοποιήσει με την σοβαρότητα που ο ρόλος απαιτεί.
ΠΑΥΛΟΣ ΓΕΡΟΥΛΑΝΟΣ

