Η ζήλεια δεν είναι αγάπη. Όταν γίνεται έλεγχος, απειλή, παρακολούθηση και ιδιοκτησιακή αντίληψη, είναι προειδοποιητικό σήμα βίας
Κάθε φορά που μια γυναίκα δολοφονείται από τον σύζυγο, τον σύντροφο ή τον πρώην σύντροφό της, η ίδια φράση επιστρέφει σχεδόν μηχανικά στον δημόσιο λόγο: «Τη ζήλευε».
Λες και η ζήλεια εξηγεί. Λες και η ζήλεια μειώνει το βάρος του εγκλήματος. Λες και η ζήλεια είναι ένα σκοτεινό συναίσθημα που ξέφυγε από τον έλεγχο και όχι μια επικίνδυνη ιδιοκτησιακή αντίληψη πάνω στη ζωή μιας γυναίκας.
Όμως η αλήθεια είναι πολύ πιο σκληρή: οι γυναίκες δεν δολοφονούνται επειδή κάποιος τις «αγάπησε πολύ». Δολοφονούνται επειδή κάποιος πίστεψε ότι του ανήκουν.
Πόσες έχουν πεθάνει;
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία που καταγράφονται στην 6η Ετήσια Έκθεση για τη Βία κατά των Γυναικών, με βάση δεδομένα της ΕΛ.ΑΣ., το 2025 καταγράφηκαν 16 γυναικοκτονίες στην Ελλάδα στο πλαίσιο της ενδοοικογενειακής βίας.
Το 2024 είχαν καταγραφεί 17.
Το 2022 είχαν καταγραφεί 24.
Το 2021 είχαν καταγραφεί 23.
Αν αθροίσει κανείς τα στοιχεία από το 2010 έως το 2025, μιλάμε για 205 γυναίκες που δολοφονήθηκαν στο πλαίσιο της ενδοοικογενειακής βίας, με βάση τον τρόπο καταγραφής των αρμόδιων αρχών.
Και το νούμερο αυτό δεν είναι απλώς στατιστική. Είναι σπίτια που άδειασαν. Παιδιά που έμειναν χωρίς μητέρα. Γονείς που έθαψαν τις κόρες τους. Γυναίκες που είχαν όνομα, πρόσωπο, δουλειά, όνειρα, φίλους, ζωή.
Η ζήλεια ως άλλοθι
Η ζήλεια παρουσιάζεται συχνά σαν «ανθρώπινη αδυναμία». Όμως όταν ένας άνδρας ελέγχει το κινητό μιας γυναίκας, όταν της απαγορεύει εξόδους, όταν την παρακολουθεί, όταν την απειλεί επειδή θέλει να φύγει, όταν θεωρεί ότι έχει δικαίωμα να αποφασίζει για το σώμα, τη ζωή και τις επιλογές της, τότε δεν μιλάμε για ζήλεια.
Μιλάμε για έλεγχο.
Μιλάμε για βία πριν από τη βία.
Μιλάμε για το στάδιο όπου η κοινωνία πολλές φορές βλέπει τα σημάδια και τα βαφτίζει «καβγάδες ζευγαριού».
Αλλά οι «καβγάδες ζευγαριού» δεν αφήνουν γυναίκες νεκρές. Η κλιμάκωση της κακοποίησης αφήνει.
«Αν με αφήσεις, θα δεις»
Σε πολλές υποθέσεις, πριν από το έγκλημα υπάρχει ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο: η γυναίκα θέλει να χωρίσει. Θέλει να φύγει. Θέλει να ξαναπάρει τη ζωή της στα χέρια της.
Και τότε αρχίζει η πιο επικίνδυνη φάση.
Γιατί ο κακοποιητικός άνδρας δεν βλέπει τον χωρισμό ως δικαίωμα της γυναίκας. Τον βλέπει ως προσβολή. Ως απώλεια ελέγχου. Ως «προδοσία». Ως κάτι που πρέπει να τιμωρηθεί.
Εκεί η ζήλεια βγάζει τη μάσκα της. Δεν είναι συναίσθημα. Είναι μηχανισμός κυριαρχίας.
Δεν είναι «έγκλημα πάθους»
Ο όρος «έγκλημα πάθους» πρέπει επιτέλους να φύγει από το λεξιλόγιο της κοινωνίας και των μέσων ενημέρωσης.
Δεν υπάρχει πάθος όταν μια γυναίκα μαχαιρώνεται.
Δεν υπάρχει αγάπη όταν μια μητέρα πέφτει νεκρή μέσα στο σπίτι της.
Δεν υπάρχει «κακιά στιγμή» όταν έχουν προηγηθεί απειλές, έλεγχος, φόβος, καβγάδες, χειραγώγηση.
Υπάρχει έγκλημα.
Υπάρχει δράστης.
Υπάρχει θύμα.
Υπάρχει μια κοινωνία που οφείλει να σταματήσει να ψάχνει ρομαντικές λέξεις για να περιγράψει ωμή βία.
Τα παιδιά μένουν πίσω στα ερείπια
Πίσω από κάθε γυναικοκτονία δεν υπάρχει μόνο μία χαμένη ζωή. Υπάρχουν και οι ζωές που συντρίβονται γύρω της.
Τα παιδιά που ξυπνούν και δεν έχουν πια μητέρα.
Τα παιδιά που μεγαλώνουν με το τραύμα ότι ο πατέρας τους κατηγορείται ή έχει καταδικαστεί για τη δολοφονία της.
Τα παιδιά που κουβαλούν για πάντα μια νύχτα, μια κραυγή, μια σιωπή, μια πόρτα που άνοιξε πολύ αργά.
Η γυναικοκτονία δεν τελειώνει με τη σύλληψη. Συνεχίζεται στις ψυχές όσων μένουν πίσω.
Η κοινωνία ξέρει — αλλά συχνά σωπαίνει
Το πιο οδυνηρό είναι ότι σε πολλές περιπτώσεις, μετά το έγκλημα, ακούγεται η ίδια φράση: «Υπήρχαν καβγάδες». «Τη ζήλευε». «Ήταν πιεστικός». «Δεν δεχόταν τον χωρισμό». «Την παρακολουθούσε». «Φοβόταν».
Δηλαδή τα σημάδια υπήρχαν.
Το ερώτημα είναι γιατί δεν αξιολογήθηκαν ως κίνδυνος.
Γιατί ακόμη και σήμερα πολλές γυναίκες διστάζουν να μιλήσουν; Γιατί φοβούνται ότι δεν θα τις πιστέψουν; Γιατί ντρέπονται για κάτι για το οποίο δεν ευθύνονται; Γιατί ξέρουν ότι η αποχώρηση από μια κακοποιητική σχέση μπορεί να είναι η πιο επικίνδυνη στιγμή;
Η απάντηση είναι σκληρή: γιατί η κοινωνία για χρόνια εκπαίδευσε τις γυναίκες να αντέχουν και τους άνδρες να θεωρούν την κυριαρχία «ανδρισμό».
Η ζήλεια δεν σκοτώνει μόνη της — σκοτώνει όταν η κοινωνία την αθωώνει
Κανένα συναίσθημα δεν κρατά μόνο του μαχαίρι.
Το μαχαίρι το κρατά άνθρωπος.
Την απειλή την εκστομίζει άνθρωπος.
Τον έλεγχο τον ασκεί άνθρωπος.
Την απόφαση να αφαιρέσει μια ζωή την παίρνει άνθρωπος.
Γι’ αυτό πρέπει να τελειώσει το άλλοθι της ζήλειας.
Η ζήλεια δεν είναι ελαφρυντικό. Είναι συχνά προειδοποίηση.
Όταν ένας άνθρωπος λέει «αν δεν είσαι μαζί μου, δεν θα είσαι με κανέναν», δεν μιλά από αγάπη. Μιλά από σκοτεινή ιδιοκτησιακή λογική. Και αυτή η φράση πρέπει να αντιμετωπίζεται ως συναγερμός.
Πόσες έχουν πεθάνει;
Πάρα πολλές.
Και το πιο τρομακτικό είναι ότι κάποιες από αυτές είχαν προλάβει να φοβηθούν πριν πεθάνουν. Είχαν προλάβει να καταλάβουν ότι κάτι δεν πάει καλά. Είχαν ίσως πει σε κάποιον ότι θέλουν να φύγουν. Είχαν ίσως ακούσει απειλές. Είχαν ίσως δει τη ζήλεια να γίνεται έλεγχος και τον έλεγχο να γίνεται τρόμος.
Γι’ αυτό το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσες γυναίκες χάθηκαν.
Το ερώτημα είναι πόσες ακόμη πρέπει να φοβηθούν μέσα στο ίδιο τους το σπίτι για να καταλάβουμε ότι η ζήλεια, όταν γίνεται ιδιοκτησία, δεν είναι έρωτας.
Είναι προειδοποίηση θανάτου.

