Τη ρωτούν με ύφος χλεύης τι δουλειά έχει με την πολιτική. Λες και η πολιτική είναι κληρονομικό προνόμιο των κομματικών μηχανισμών, των επαγγελματιών της εξουσίας και των τηλεοπτικών τους εξαπτέρυγων.
Η αλήθεια είναι πολύ πιο απλή και πολύ πιο σκληρή: η Μαρία Καρυστιανού δεν πήγε στην πολιτική από καριέρα. Την έσπρωξε εκεί η ίδια η κατάρρευση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς, η απαίτηση για δικαιοσύνη και η οργή μιας κοινωνίας που βλέπει το κράτος να προστατεύει πρώτα τον εαυτό του και μετά τον πολίτη.
Δεν “ανακατεύτηκε” με την πολιτική. Η πολιτική εισέβαλε στη ζωή της.
Το πιο χυδαίο επιχείρημα του συστήματος είναι το γνωστό: «Τι σχέση έχει η Καρυστιανού με την πολιτική;».
Το λένε αυτοί που κυβέρνησαν σαν να είναι το κράτος οικογενειακή περιουσία.
Το λένε αυτοί που έκαναν την ανεπάρκεια αριστεία, το ρουσφέτι κανονικότητα και την ατιμωρησία θεσμό.
Το λένε αυτοί που επί χρόνια απαιτούσαν από την κοινωνία να σωπαίνει, να ξεχνά και να συνηθίζει.
Η Καρυστιανού δεν εμφανίστηκε από κομματικό σωλήνα. Δεν είναι προϊόν μηχανισμού. Δεν είναι γέννημα παρασκηνίου.
Αυτό ακριβώς τους ενοχλεί.
Ότι μιλά χωρίς άδεια.
Ότι στέκεται χωρίς πλάτες.
Ότι δεν τους χρωστάει.
Γι’ αυτό τη χτυπούν: γιατί ξεγυμνώνει τη σαπίλα τους
Όταν μια φωνή αποκτά ηθικό βάρος, το σύστημα πανικοβάλλεται.
Δεν απαντά. Επιτίθεται.
Δεν επιχειρηματολογεί. Λασπώνει.
Δεν πείθει. Συκοφαντεί.
Η Καρυστιανού τούς ενοχλεί γιατί υπενθυμίζει κάτι που ήθελαν να θαφτεί: πως η κοινωνία δεν έχει ξεχάσει.
Δεν έχει ξεχάσει την αλαζονεία της εξουσίας.
Δεν έχει ξεχάσει την ακρίβεια που διαλύει τα σπίτια.
Δεν έχει ξεχάσει τις παρακολουθήσεις, τα σκάνδαλα, τη διαρκή οσμή συγκάλυψης, την αίσθηση ότι στην Ελλάδα ο νόμος γίνεται συχνά αυστηρός για τους αδύναμους και ελαστικός για τους ισχυρούς.
Και πάνω απ’ όλα δεν έχει ξεχάσει ότι στο ζήτημα των Τεμπών η κοινωνία δεν ζητά επικοινωνία. Ζητά αλήθεια. Ζητά λογοδοσία. Ζητά δικαιοσύνη.
Η κοινωνία δεν ψάχνει άλλους σωτήρες. Ψάχνει καθαρότητα και ρήξη
Αυτό που εκφράζει η Καρυστιανού δεν είναι απλώς ένα πρόσωπο. Είναι μια συσσωρευμένη κοινωνική απαίτηση.
Η απαίτηση να τελειώνει το καθεστώς της ύβρης.
Η απαίτηση να πάψει η πολιτική να λειτουργεί σαν κλειστό επάγγελμα.
Η απαίτηση να επιστρέψει η έννοια της ευθύνης στον δημόσιο βίο.
Ο κόσμος δεν συγκινείται επειδή βλέπει μια ακόμη υποψηφιότητα υπό κατασκευή.
Συγκινείται επειδή βλέπει μια στάση που δεν λύγισε.
Μια παρουσία που δεν διαπραγματεύτηκε το δίκιο της.
Μια φωνή που δεν μπήκε σε καλούπι.
Και αυτό είναι επικίνδυνο για το σάπιο πολιτικό προσωπικό της χώρας: όχι η φιλοδοξία μιας γυναίκας, αλλά η πιθανότητα η κοινωνική οργή να βρει επιτέλους καθαρό πρόσωπο, καθαρή γλώσσα και καθαρό στόχο.
Ας το χωνέψουν λοιπόν όσοι τη λοιδορούν: η Καρυστιανού δεν είναι το “πρόβλημα” της πολιτικής ζωής. Είναι ο καθρέφτης της αποσύνθεσής τους.
Και γι’ αυτό λυσσάνε.
Γιατί απέναντί τους δεν έχουν άλλη μια βολική φιγούρα του συστήματος.
Έχουν μια φωνή που τους ξεμπροστιάζει.
Μια παρουσία που τους αφαιρεί το τελευταίο φύλλο συκής.
Έναν άνθρωπο που θυμίζει στην κοινωνία πως ο φόβος δεν είναι υποχρεωτικός και η σιωπή δεν είναι μονόδρομος.
Και αυτό, για όσους έμαθαν να κυβερνούν πάνω στη λήθη, στη συγκάλυψη και στην ασυλία, είναι το πιο επικίνδυνο πράγμα απ’ όλα.

