Αντικρουόμενες δηλώσεις, απειλές, διαψεύσεις και παρασκηνιακές επαφές συνθέτουν ένα εκρηκτικό σκηνικό, με την εκπνοή της εκεχειρίας να λειτουργεί σαν πολιτική κλεψύδρα για Ουάσιγκτον και Τεχεράνη.
Η κρίση ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν δεν εξελίσσεται μόνο στα νερά του Ορμούζ ή στα παρασκήνια της διπλωματίας. Εξελίσσεται, πλέον, και στο πεδίο της αμοιβαίας δυσπιστίας, εκεί όπου κάθε δήλωση της μιας πλευράς διαψεύδεται από την άλλη και κάθε υποτιθέμενο βήμα αποκλιμάκωσης μετατρέπεται σε νέο επεισόδιο αβεβαιότητας.
Καθώς η 22α Απριλίου πλησιάζει και η συμφωνηθείσα εκεχειρία εκπνέει, τα ερωτήματα πληθαίνουν αντί να περιορίζονται. Ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίστηκε τις προηγούμενες ημέρες να παρουσιάζει σχεδόν ως δεδομένη μια συμφωνία με την Τεχεράνη, φτάνοντας στο σημείο να υποστηρίξει ότι οι Ιρανοί είχαν αποδεχθεί ακόμη και τη μεταφορά του υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου τους στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η απάντηση της Τεχεράνης ήταν άμεση, απόλυτη και πολιτικά φορτισμένη: το εμπλουτισμένο ουράνιο, διεμήνυσαν οι Ιρανοί, θεωρείται εθνικό κεκτημένο και δεν πρόκειται να μεταφερθεί πουθενά.
Αυτό ακριβώς είναι το νέο μοτίβο της κρίσης: τίποτε δεν επιβεβαιώνεται σταθερά, τίποτε δεν διαρκεί αρκετά ώστε να θεωρηθεί πρόοδος. Οι Αμερικανοί μιλούν για άνοιγμα, οι Ιρανοί το διαψεύδουν. Η Τεχεράνη ανακοινώνει αποκλιμάκωση και λίγο αργότερα την αναιρεί. Ο Τραμπ αφήνει να εννοηθεί ότι επίκειται συμφωνία και, αμέσως μετά, επιστρέφει στις απειλές για νέους βομβαρδισμούς.
Στο πεδίο, η εικόνα είναι εξίσου αντιφατική. Το Ιράν ανακοίνωσε διά του υπουργού Εξωτερικών Αμπάς Αραγκτσί άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, για να επανέλθει αργότερα επικαλούμενο τον συνεχιζόμενο αμερικανικό ναυτικό αποκλεισμό ιρανικών λιμανιών και πλοίων. Παράλληλα, η υπόθεση του υπό ιρανική σημαία πλοίου Touska και το ρεσάλτο των Αμερικανών πεζοναυτών αναζωπύρωσαν την ένταση, με την Τεχεράνη να μιλά ανοιχτά για αντίποινα.
Στο διπλωματικό επίπεδο, η αστάθεια είναι ακόμη πιο αποκαλυπτική. Όταν κυκλοφόρησαν πληροφορίες ότι οι ΗΠΑ εξετάζουν το ενδεχόμενο να προσφέρουν οικονομικό αντάλλαγμα, ακόμη και μερικό «ξεπάγωμα» ιρανικών περιουσιακών στοιχείων, ο Τραμπ έσπευσε να τις διαψεύσει με τον γνωστό του τρόπο, απορρίπτοντας κατηγορηματικά κάθε ιδέα πληρωμής προς την Τεχεράνη. Έτσι, η ίδια Ουάσιγκτον που λίγες ώρες πριν παρουσίαζε το περίγραμμα μιας συμφωνίας, επέστρεφε εκ νέου στη γλώσσα του εκβιασμού και της στρατιωτικής απειλής.
Η ουσία είναι πως η τρέχουσα κρίση διαφέρει από προηγούμενες όχι μόνο λόγω της γεωγραφίας της ή της πυρηνικής διάστασης, αλλά κυρίως λόγω των πρωταγωνιστών της. Από τη μία πλευρά βρίσκεται ο Τραμπ, με ένα πολιτικό ύφος παρορμητικό, συγκρουσιακό και συχνά αντιφατικό. Από την άλλη βρίσκεται ένα ιρανικό καθεστώς που αντιμετωπίζει κάθε αμερικανική διαβεβαίωση ως δυνητική παγίδα. Αυτό το μείγμα δεν παράγει εμπιστοσύνη. Παράγει μόνο προσωρινές ανάσες, οι οποίες ακυρώνονται πριν καν αποκτήσουν ουσία.
Οι Ιρανοί επιμένουν ότι είχαν υπάρξει ενδείξεις προόδου ήδη από τις επαφές της Γενεύης τον περασμένο Φεβρουάριο και ότι εκείνη η δυναμική θα μπορούσε, υπό άλλες συνθήκες, να είχε αποτρέψει τη σύγκρουση. Δύο μήνες μετά, όμως, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Οι συνομιλίες συνεχίζονται παρασκηνιακά, ακόμη και με διαμεσολαβήσεις τρίτων, αλλά το κεντρικό εμπόδιο δεν είναι μόνο το ουράνιο, τα Στενά ή οι κυρώσεις. Είναι η πεποίθηση και των δύο πλευρών ότι ο απέναντι είτε μπλοφάρει είτε ετοιμάζει την επόμενη ανατροπή.
Κάπως έτσι, η καχυποψία δεν λειτουργεί πλέον ως συνοδευτικό στοιχείο της κρίσης. Λειτουργεί ως ο βασικός μηχανισμός αναπαραγωγής της. Και όσο αυτή η δυσπιστία κυριαρχεί, κάθε επαφή ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη θα παραμένει ναρκοθετημένη, ακόμη κι όταν εμφανίζεται ντυμένη με τη γλώσσα της διπλωματίας.

