Η επίθεση στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν είναι υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας. Είναι η αμηχανία ενός πολιτικού συστήματος όταν ο ευρωπαϊκός έλεγχος φτάνει μέχρι εκεί που αρχίζουν οι ευθύνες.
Η προσπάθεια να παρουσιαστεί η Λάουρα Κοβέσι ως δήθεν «ξένος παράγοντας» που παρεμβαίνει στα ελληνικά πολιτικά πράγματα είναι το τελευταίο καταφύγιο ενός συστήματος που δεν αντέχει τον ανεξάρτητο έλεγχο.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν ήρθε στην Ελλάδα από μόνη της. Η Ελλάδα συμμετέχει στην EPPO και έχει αναλάβει συγκεκριμένες ευρωπαϊκές υποχρεώσεις. Όταν πρόκειται για απάτες εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο έλεγχος δεν είναι «ανάμιξη». Είναι θεσμική αρμοδιότητα. Η ίδια η EPPO δηλώνει ότι είναι ανεξάρτητη εισαγγελική αρχή της ΕΕ με αποστολή τη διερεύνηση και δίωξη εγκλημάτων κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης.
Το αφήγημα της «εθνικής κυριαρχίας» ως ασπίδα αμηχανίας
Κάθε φορά που ένας ευρωπαϊκός θεσμός αγγίζει νευραλγικά σημεία της ελληνικής εξουσίας, ενεργοποιείται το ίδιο αντανακλαστικό: «μας επιτίθενται», «μας υπονομεύουν», «παρεμβαίνουν στην εθνική Δικαιοσύνη».
Μόνο που εδώ δεν μιλάμε για πολιτικό σχολιασμό από έναν τρίτο θεσμό. Μιλάμε για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, στην οποία η Ελλάδα συμμετέχει. Μιλάμε για υποθέσεις που αφορούν ευρωπαϊκό χρήμα. Μιλάμε για την υποχρέωση συνεργασίας των ελληνικών αρχών με έναν θεσμό που δημιουργήθηκε ακριβώς για να μη θάβονται τέτοιες υποθέσεις πίσω από εθνικές καθυστερήσεις, ειδικές διαδικασίες και πολιτικές ασυλίες.
Η Κοβέσι, με την επιστολή της προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δεν ζήτησε να κυβερνήσει την Ελλάδα. Επισήμανε ότι πρόσφατες νομοθετικές και δικαστικές αποφάσεις έχουν αρνητική επίπτωση στην ανεξάρτητη και αποτελεσματική λειτουργία της EPPO στην Ελλάδα. Η ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στις 22 Μαΐου 2026 αναφέρεται συγκεκριμένα στην τροποποίηση του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για κακουργήματα βουλευτών και στην υπόθεση της θητείας τριών Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων.
Το Σύνταγμα δεν είναι άλλοθι για να αγνοούνται οι ευρωπαϊκές δεσμεύσεις
Το επιχείρημα ότι «η ελληνική Δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη και δεν οφείλει αναφορά σε ξένους θεσμούς» ακούγεται θεσμικά βαρύ, αλλά είναι μισή αλήθεια — και οι μισές αλήθειες στην πολιτική συνήθως λειτουργούν ως ολόκληρα προσχήματα.
Ναι, η ελληνική Δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη. Ναι, οι δικαστές υπακούουν στο Σύνταγμα και στους νόμους. Αλλά η Ελλάδα δεν βρίσκεται εκτός ευρωπαϊκού δικαίου. Το ίδιο το άρθρο 28 του Συντάγματος προβλέπει ότι οι διεθνείς συμβάσεις, αφού κυρωθούν και τεθούν σε ισχύ, αποτελούν μέρος του εσωτερικού δικαίου και υπερισχύουν κάθε αντίθετης διάταξης νόμου.
Άρα το ερώτημα δεν είναι αν η Κοβέσι «σέβεται» την ελληνική Δικαιοσύνη. Το ερώτημα είναι αν η ελληνική κυβέρνηση σέβεται τις δεσμεύσεις που η ίδια η χώρα έχει αναλάβει μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Και εδώ αρχίζει η πραγματική ενόχληση.
Η επίκληση Δανίας και Σουηδίας είναι παραπλανητική
Το πιο αδύναμο σημείο της επιχειρηματολογίας κατά της Κοβέσι είναι η προσπάθεια να εμφανιστούν η Δανία και η Σουηδία ως παραδείγματα χωρών που δήθεν αντιστέκονται στις «μεθόδους» της EPPO.
Η πραγματικότητα είναι διαφορετική.
Η Δανία και η Ιρλανδία έχουν ειδικό opt-out στον χώρο Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης, ενώ η Ουγγαρία έχει επιλέξει να μη συμμετέχει στην EPPO. Αυτό αναφέρεται επισήμως από την ίδια την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
Η Σουηδία, όμως, δεν είναι πλέον παράδειγμα αποχής. Η Επιτροπή επιβεβαίωσε τη συμμετοχή της Σουηδίας στην EPPO τον Ιούλιο του 2024, ενώ σήμερα υπάρχει επίσημη σελίδα της EPPO για τη Σουηδία, με Ευρωπαίο Εισαγγελέα και περιφερειακό γραφείο στη Στοκχόλμη.
Με απλά λόγια: το επιχείρημα «κοιτάξτε τη Σουηδία» είναι είτε παρωχημένο είτε βολικά μισό. Και όταν ένα επιχείρημα στήνεται πάνω σε μισή πραγματικότητα, συνήθως αποκαλύπτει περισσότερο φόβο παρά θεσμική σοβαρότητα.
Η κυβέρνηση δεν ενοχλείται από την Κοβέσι. Ενοχλείται από τον καθρέφτη
Η Λάουρα Κοβέσι δεν είναι πολιτικός αντίπαλος της κυβέρνησης. Δεν ζητά ψήφους. Δεν ιδρύει κόμμα. Δεν κάνει αντιπολίτευση.
Είναι επικεφαλής ενός ευρωπαϊκού εισαγγελικού θεσμού που έχει αρμοδιότητα σε υποθέσεις ευρωπαϊκού χρήματος. Και όταν ένας τέτοιος θεσμός λέει ότι οι ελληνικές ρυθμίσεις δυσκολεύουν την έρευνα και τη δίωξη αδικημάτων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά του, η σοβαρή απάντηση δεν είναι να τον βαφτίζεις «υπερ-εισαγγελία».
Η σοβαρή απάντηση είναι να εξηγήσεις γιατί οι ρυθμίσεις δεν εμποδίζουν τον έλεγχο.
Αυτό ακριβώς δεν γίνεται.
Αντί για θεσμική εξήγηση, έχουμε πολιτική άμυνα. Αντί για καθαρές απαντήσεις, έχουμε επίκληση κυριαρχίας. Αντί για συνεργασία, έχουμε ενοχλημένη ρητορική. Και αντί για ουσία, έχουμε την κλασική ελληνική συνταγή: όταν ο έλεγχος φτάνει κοντά στην εξουσία, ο ελεγκτής παρουσιάζεται ως πρόβλημα.
Η Κοβέσι δεν παραβιάζει την ελληνική κυριαρχία. Θυμίζει στην ελληνική εξουσία ότι η ευρωπαϊκή συμμετοχή δεν είναι μόνο κονδύλια, Ταμεία, επιδοτήσεις και φωτογραφίες με σημαίες.
Είναι και έλεγχος.
Και αυτό είναι που πονάει περισσότερο.

