Όταν το κράτος πανηγυρίζει για τη δημοσιονομική επιτυχία, αλλά δανείζεται από τα ταμεία των ίδιων των πολιτών
Η Ελλάδα εμφανίζεται επισήμως ως χώρα δημοσιονομικής σταθερότητας. Η κυβέρνηση ανακοινώνει πλεονάσματα, επενδυτική βαθμίδα, ιδιωτικοποιήσεις, παραχωρήσεις και «ισχυρή οικονομία».
Κι όμως, πίσω από τις θριαμβολογίες, οι αριθμοί επιμένουν να χαλούν τη φιέστα.
Το συνολικό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος έχει ξεπεράσει τα 830 δισ. ευρώ. Το χρέος του κράτους κινείται πάνω από τα 427 δισ. ευρώ, ενώ μόνο μέσα στο 2025 αυξήθηκε κατά περίπου 4,5 δισ. ευρώ σε σχέση με το 2024.
Το εύλογο ερώτημα είναι απλό:
Εάν υπάρχει πραγματικό δημοσιονομικό πλεόνασμα, εάν εισρέουν έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις και εάν η οικονομία αναπτύσσεται, γιατί το χρέος συνεχίζει να αυξάνεται;
Πού καταλήγουν τα πλεονάσματα;
Πού πηγαίνουν τα χρήματα από την εκποίηση δημόσιας περιουσίας;
Και γιατί το κράτος εξακολουθεί να χρειάζεται δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ εσωτερικού δανεισμού, μόνο και μόνο για να διατηρεί την ταμειακή του ισορροπία;
Το λογιστικό θαύμα
Η κυβερνητική απάντηση βασίζεται στην περίφημη «ενοποίηση» του χρέους.
Το κράτος μπορεί να εμφανίζεται ότι χρωστά περισσότερα από 427 δισ. ευρώ, όμως όταν αφαιρεθούν οι οφειλές προς άλλους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, το επίσημο χρέος Maastricht περιορίζεται περίπου στα 363 δισ. ευρώ.
Με απλά λόγια:
Το Δημόσιο δανείζεται από φορείς που ανήκουν στο ίδιο το Δημόσιο. Στη συνέχεια, επειδή ο δανειστής και ο οφειλέτης ανήκουν στον ίδιο κρατικό όμιλο, το χρέος «σβήνεται» λογιστικά από τον ενοποιημένο δείκτη.
Το χρέος, βεβαίως, δεν εξαφανίζεται.
Η απαίτηση παραμένει. Τα χρήματα έχουν μεταφερθεί. Οι δημόσιοι φορείς εξακολουθούν να έχουν δανείσει το κράτος.
Απλώς η οφειλή δεν εμφανίζεται στον δείκτη χρέους προς ΑΕΠ με τον τρόπο που θα εμφανιζόταν εάν το ίδιο ποσό είχε δανειστεί από μία ξένη τράπεζα ή από τις αγορές.
Αυτό μπορεί να είναι λογιστικά νόμιμο.
Δεν σημαίνει όμως ότι είναι οικονομικά αδιάφορο.
Τα 63 δισ. των repos
Η πλέον ανησυχητική πλευρά της υπόθεσης είναι τα repos της Κεντρικής Διοίκησης, τα οποία πλησίασαν τα 63 δισ. ευρώ.
Πρόκειται ουσιαστικά για βραχυπρόθεσμο δανεισμό του κράτους από τα διαθέσιμα φορέων της Γενικής Κυβέρνησης:
ασφαλιστικά ταμεία, νοσοκομεία, δήμους, οργανισμούς και άλλα νομικά πρόσωπα.
Το κράτος συγκεντρώνει τα πλεονάζοντα διαθέσιμά τους, τα χρησιμοποιεί για τις δικές του ταμειακές ανάγκες και εκδίδει απέναντί τους μία αντίστοιχη υποχρέωση.
Το κρίσιμο, επομένως, δεν είναι εάν τα repos καταγράφονται λογιστικά.
Το κρίσιμο είναι ότι η κρατική λειτουργία εξαρτάται πλέον από μία τεράστια εσωτερική δεξαμενή δανεισμού, η οποία πλησιάζει τα 63 δισ. ευρώ.
Και αυτό δεν είναι προσωρινό τέχνασμα μίας έκτακτης περιόδου.
Εξελίσσεται σε μόνιμο μηχανισμό χρηματοδότησης.
Το κράτος δανείζεται από τα Ταμεία και μετά εγγυάται τα Ταμεία
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση.
Το κράτος είναι ο εγγυητής των συντάξεων.
Το ίδιο κράτος, όμως, δανείζεται από τα ταμειακά διαθέσιμα των φορέων που χρηματοδοτούν το ασφαλιστικό σύστημα.
Δηλαδή ο εγγυητής δανείζεται από τον εγγυημένο.
Και στη συνέχεια καλείται να διαβεβαιώσει τους ασφαλισμένους ότι τα χρήματά τους είναι απολύτως ασφαλή.
Όσο το σύστημα λειτουργεί χωρίς αναταράξεις, τα repos μπορούν να ανανεώνονται και οι φορείς να καλύπτουν τις υποχρεώσεις τους.
Τι θα συμβεί όμως σε μία νέα κρίση ρευστότητας;
Τι θα συμβεί εάν τα Ταμεία χρειαστούν μαζικά τα διαθέσιμά τους;
Τι θα συμβεί εάν αυξηθούν απότομα οι συνταξιοδοτικές δαπάνες ή μειωθούν τα έσοδα από εισφορές;
Τότε το κράτος θα πρέπει να επιστρέψει ποσά που ήδη χρησιμοποιεί για τη δική του χρηματοδότηση.
Αυτό ακριβώς είναι το σημείο που καθιστά τη συνεχή διόγκωση των repos πολιτικά και οικονομικά επικίνδυνη.
Όχι επειδή αύριο το πρωί θα σταματήσουν να πληρώνονται οι συντάξεις.
Αλλά επειδή οικοδομείται μία αλυσίδα αλληλεξάρτησης, στην οποία το κράτος χρωστά στους ίδιους φορείς που καλείται να στηρίξει.
Τα 52 δισ. δεν είναι έλλειμμα — είναι όμως βόμβα
Χρειάζεται εδώ μία σημαντική διευκρίνιση.
Τα περίπου 52 δισ. ευρώ που εμφανίζονται στον ΕΦΚΑ δεν αποτελούν λογιστικό έλλειμμα του ασφαλιστικού φορέα.
Είναι ληξιπρόθεσμες ασφαλιστικές οφειλές πολιτών και επιχειρήσεων προς το σύστημα.
Αυτό, όμως, δεν καθιστά την κατάσταση λιγότερο δραματική.
Από το συνολικό ποσό, δεκάδες δισεκατομμύρια αφορούν κύριες οφειλές, ενώ τεράστιο μέρος προέρχεται από προσαυξήσεις και πρόσθετα τέλη.
Πολλές από αυτές τις απαιτήσεις είναι πρακτικά δύσκολο ή αδύνατο να εισπραχθούν.
Άρα το ασφαλιστικό σύστημα εμφανίζει στα χαρτιά απαιτήσεις δεκάδων δισεκατομμυρίων, αλλά δεν διαθέτει αντίστοιχη πραγματική ρευστότητα.
Και την ίδια ώρα, μέρος των ταμειακών διαθεσίμων των δημόσιων φορέων κατευθύνεται μέσω repos στη χρηματοδότηση του κράτους.
Η εικόνα είναι ξεκάθαρη:
Το κράτος χρειάζεται τα Ταμεία για να χρηματοδοτείται και τα Ταμεία χρειάζονται το κράτος για να επιβιώσουν.
Ένας φαύλος κύκλος αμοιβαίας εξάρτησης, ο οποίος παρουσιάζεται ως δημοσιονομική κανονικότητα.
Τα πλεονάσματα δεν πάνε υποχρεωτικά στο χρέος
Η κυβέρνηση θα απαντήσει ότι το δημοσιονομικό πλεόνασμα δεν συνεπάγεται αυτόματη και ισόποση μείωση του χρέους.
Και τεχνικά θα έχει δίκιο.
Ένα πλεόνασμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για αύξηση ταμειακών διαθεσίμων, προχρηματοδότηση λήξεων, αγορές περιουσιακών στοιχείων ή άλλες χρηματοοικονομικές συναλλαγές.
Αυτό, όμως, δεν απαντά στο πολιτικό ερώτημα.
Όταν ο πολίτης φορολογείται με εξοντωτικούς συντελεστές, όταν το κράτος εμφανίζει πρωτογενή πλεονάσματα, όταν εκποιείται δημόσια περιουσία και όταν ταυτόχρονα αυξάνεται το ακαθάριστο κρατικό χρέος, η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει με απόλυτη διαφάνεια:
πού πήγε κάθε ευρώ,
ποιο μέρος του πλεονάσματος διατέθηκε για αποπληρωμή χρέους,
ποιο μέρος χρησιμοποιήθηκε για αύξηση διαθεσίμων,
ποιο μέρος κάλυψε άλλες υποχρεώσεις,
και γιατί χρειάστηκε νέα αύξηση του εσωτερικού δανεισμού μέσω repos.
Οι γενικόλογες αναφορές σε «δημοσιονομική υπευθυνότητα» δεν αρκούν.
Ο Στουρνάρας και οι μελλοντικές συντάξεις
Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας έχει προειδοποιήσει ότι το δημόσιο συνταξιοδοτικό σύστημα δύσκολα θα μπορεί στο μέλλον να εξασφαλίζει επαρκή ποσοστά αναπλήρωσης.
Η προειδοποίησή του συνδέθηκε κυρίως με το δημογραφικό πρόβλημα, τη γήρανση του πληθυσμού και την ανάγκη ενίσχυσης της επαγγελματικής ασφάλισης.
Δεν υπάρχει δημόσια τεκμηρίωση ότι αναφέρθηκε ειδικά στα repos.
Ωστόσο, το πολιτικό ερώτημα παραμένει απολύτως θεμιτό:
Όταν ο ίδιος ο κεντρικός τραπεζίτης προειδοποιεί ότι οι δημόσιες συντάξεις μπορεί να μην επαρκούν, πόσο συνετό είναι το κράτος να στηρίζει τη χρηματοδότησή του σε δεκάδες δισεκατομμύρια διαθέσιμα φορέων της Γενικής Κυβέρνησης;
Και ποιος εγγυάται ότι αυτή η συνεχής ανακύκλωση ρευστότητας δεν θα μετατραπεί κάποια στιγμή σε πραγματικό πρόβλημα;
Η Ελλάδα δεν σώζεται με λογιστικά τεχνάσματα
Το βασικό πρόβλημα της χώρας δεν είναι μόνο το ύψος του χρέους.
Είναι ότι η οικονομία εξακολουθεί να στηρίζεται:
στην υπερφορολόγηση,
στην εκποίηση δημόσιας περιουσίας,
στον εσωτερικό δανεισμό από δημόσιους φορείς,
στην ανακύκλωση υποχρεώσεων,
και στην επικοινωνιακή προβολή ενός δείκτη χρέους που μειώνεται κυρίως ως ποσοστό του ΑΕΠ και όχι με αντίστοιχη πραγματική απομείωση των συνολικών υποχρεώσεων.
Η μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ είναι θετική.
Δεν αποτελεί όμως άφεση αμαρτιών.
Ούτε μπορεί να χρησιμοποιείται για να κρύβεται το γεγονός ότι το κράτος εξακολουθεί να χρωστά πάνω από 400 δισ. ευρώ και να αντλεί σχεδόν 63 δισ. ευρώ από το εσωτερικό του δημόσιου συστήματος.
Η κυβέρνηση μπορεί να πανηγυρίζει για τα πλεονάσματα.
Οι αριθμοί, όμως, απαιτούν απαντήσεις.
Γιατί πίσω από τη «μαγική εικόνα» υπάρχει μία πολύ πραγματική υποχρέωση:
Τα χρέη θα πληρωθούν είτε από τη σημερινή γενιά είτε από τις επόμενες.
Και όταν ένα κράτος δανείζεται από τα Ταμεία για να εμφανίζεται ισχυρότερο, κανείς δεν δικαιούται να θεωρεί τις μελλοντικές συντάξεις δεδομένες.

