Το πρόβλημα δεν είναι ότι το Υπουργείο Εξωτερικών τιμά την καταπολέμηση των διακρίσεων. Το πρόβλημα είναι όταν η εθνική μνήμη μοιάζει να αντιμετωπίζεται με χαμηλότερη ένταση από ζητήματα που έχουν σαφώς ισχυρότερη επικοινωνιακή φόρτιση.
Η Γενοκτονία των Ποντίων δεν είναι ένα θέμα τοπικής μνήμης, ούτε μια υπόθεση που αφορά μόνο τους Ποντίους. Είναι κομμάτι της εθνικής ιστορίας, της συλλογικής πληγής του Ελληνισμού και της διεθνούς διεκδίκησης ιστορικής αλήθειας.
Γι’ αυτό και η 19η Μαΐου δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια τυπική επέτειος, που εξαντλείται σε μια δήλωση, ένα στεφάνι ή μια ανάρτηση. Είναι ημέρα που απαιτεί διπλωματικό βάρος, διεθνή προβολή, θεσμική συνέπεια και καθαρό μήνυμα προς κάθε κατεύθυνση.
Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν ζητά από το ελληνικό κράτος να αγνοήσει τη μάχη κατά της ομοφοβίας, της τρανσφοβίας ή κάθε μορφής διάκρισης. Σε μια δημοκρατία, ο σεβασμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας είναι αυτονόητος. Όμως άλλο αυτό και άλλο να δίνεται η εντύπωση ότι η μνήμη εκατοντάδων χιλιάδων θυμάτων του Ποντιακού Ελληνισμού περνά σε δεύτερο πλάνο.
Το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών δεν είναι ΜΚΟ. Είναι ο θεσμικός φορέας που εκπροσωπεί τη χώρα, την ιστορία της, τα εθνικά της ζητήματα και τις διεθνείς της διεκδικήσεις. Και όταν μιλάμε για τη Γενοκτονία των Ποντίων, μιλάμε για ζήτημα ιστορικής δικαιοσύνης, όχι για εθιμοτυπία.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να ζητά διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ποντίων με χαμηλή φωνή. Δεν μπορεί να θυμάται αμήχανα. Δεν μπορεί να αφήνει άλλους να κρατούν τη μνήμη ζωντανή, ενώ το κράτος περιορίζεται στα απολύτως απαραίτητα.
Η ιστορική μνήμη δεν διαιρείται. Τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν ακυρώνουν την εθνική μνήμη. Και η εθνική μνήμη δεν μπορεί να θυσιάζεται στον φόβο μήπως ενοχληθούν τρίτοι.
Η 19η Μαΐου δεν ζητά απλώς σεβασμό. Ζητά φωνή. Ζητά διπλωματική επιμονή. Ζητά κράτος που δεν ντρέπεται να θυμάται.

