Βοιωτία και Φωκίδα μετρούν πληγές, η Εύβοια ζει ξανά με τον φόβο και η Ευρώπη παραδέχεται ότι η απλή πυρόσβεση δεν αρκεί
Η Γαλλία και η Ισπανία αρχίζουν να συνειδητοποιούν με τον πιο βίαιο τρόπο ότι οι πυρκαγιές της νέας εποχής δεν αντιμετωπίζονται μόνο με περισσότερα αεροπλάνα, περισσότερα οχήματα και περισσότερες εκκενώσεις.
Στη Στερεά Ελλάδα, όμως, δεν χρειαζόμαστε ευρωπαϊκές αναλύσεις για να καταλάβουμε τι συμβαίνει. Το βλέπουμε μπροστά μας.
Η Βοιωτία παραδόθηκε στις φλόγες. Η φωτιά πέρασε τα διοικητικά σύνορα, έφτασε στο Πόρτο Γερμενό και απείλησε οικισμούς, σπίτια και ανθρώπινες ζωές. Στη Φωκίδα, νέες εστίες ανάγκασαν κατοίκους να εγκαταλείψουν τα χωριά τους. Και η Εύβοια, που ακόμη κουβαλά τα τραύματα προηγούμενων καταστροφών, τέθηκε ξανά σε κατάσταση ακραίου κινδύνου.
Οι πρώτες εκτιμήσεις ανεβάζουν την καμένη έκταση από τις πυρκαγιές της Βοιωτίας και του Πόρτο Γερμενού περίπου στα 66.600 στρέμματα.
Δεν πρόκειται απλώς για έναν αριθμό. Πρόκειται για δάση, καλλιέργειες, ζώα, περιουσίες και έναν ολόκληρο φυσικό μηχανισμό προστασίας που χάθηκε μέσα σε λίγες ώρες.
Η φωτιά δεν γνωρίζει διοικητικά σύνορα
Η πυρκαγιά που ξεκίνησε στη Βοιωτία και πέρασε στην Αττική απέδειξε για ακόμη μία φορά το αυτονόητο: η φωτιά δεν σταματά στις πινακίδες των Περιφερειών ούτε περιμένει να συνεννοηθούν οι αρμόδιες υπηρεσίες.
Στη Φωκίδα, οι φλόγες έφτασαν σε κατοικημένες περιοχές, προκαλώντας εκκενώσεις και καταστροφές. Στη Βοιωτία, χιλιάδες στρέμματα έγιναν στάχτη, ενώ κάτοικοι και πυροσβέστες έδωσαν μάχη μέσα σε θυελλώδεις ανέμους.
Την ίδια στιγμή, η Εύβοια βρέθηκε την 1η Αυγούστου σε κατάσταση συναγερμού κατηγορίας 5. Μία ημέρα αργότερα, Εύβοια και Βοιωτία παρέμεναν σε πολύ υψηλό κίνδυνο.
Για την Εύβοια, κάθε «κόκκινος συναγερμός» ξυπνά μνήμες. Οι κάτοικοί της γνωρίζουν πολύ καλά τι σημαίνει να βλέπεις τον ουρανό να σκοτεινιάζει, να περιμένεις ένα μήνυμα εκκένωσης και να φεύγεις από το σπίτι σου χωρίς να ξέρεις αν θα το ξαναβρείς όρθιο.
Το ψεύτικο δίλημμα
Η συζήτηση για τις πυρκαγιές έχει παγιδευτεί σε ένα βολικό και αποπροσανατολιστικό δίλημμα.
Η μία πλευρά αποδίδει τα πάντα στην κλιματική κρίση. Η άλλη μιλά αποκλειστικά για ανεπαρκή διαχείριση των δασών. Η πραγματικότητα είναι πιο σκληρή: ισχύουν και τα δύο.
Η ακραία ζέστη, η παρατεταμένη ξηρασία και οι θυελλώδεις άνεμοι δημιουργούν εκρηκτικές συνθήκες. Όταν όμως αυτές συναντούν εγκαταλειμμένα δάση, συσσωρευμένη καύσιμη ύλη, ακαθάριστες ζώνες, δύσβατους δασικούς δρόμους, αποδυναμωμένες υπηρεσίες και ερημωμένα χωριά, τότε η καταστροφή γίνεται σχεδόν αναπόφευκτη.
Η κλιματική κρίση δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως πολιτικό συγχωροχάρτι. Δεν απαλλάσσει κανέναν από την υποχρέωση της πρόληψης. Αντίθετα, κάνει την πρόληψη ακόμη πιο επιτακτική.
Από τα σχέδια στα έργα
Η Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας έχει εγκρίνει σχέδιο αντιμετώπισης δασικών πυρκαγιών για την αντιπυρική περίοδο του 2026. Υπάρχουν μνημόνια ενεργειών, κατάλογοι υδροστομίων, οδηγίες και διαδικασίες οργανωμένης απομάκρυνσης πολιτών.
Το πραγματικό ερώτημα, όμως, δεν είναι εάν υπάρχουν σχέδια στα χαρτιά.
Είναι αν οι δασικοί δρόμοι είναι πράγματι ανοικτοί. Αν τα υδροστόμια λειτουργούν. Αν οι αντιπυρικές ζώνες έχουν συντηρηθεί. Αν οι Δήμοι διαθέτουν προσωπικό και μηχανήματα. Αν υπάρχει κοινός επιχειρησιακός σχεδιασμός ανάμεσα σε Περιφέρεια, Δήμους, Δασαρχεία, Πυροσβεστική και εθελοντικές ομάδες.
Γιατί ένα σχέδιο που ενεργοποιείται μόνο όταν οι φλόγες έχουν ήδη φτάσει στα σπίτια δεν είναι ολοκληρωμένη αντιπυρική προστασία. Είναι σχέδιο διαχείρισης της καταστροφής.
Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει τον αγώνα των πυροσβεστών, των εθελοντών, των χειριστών των εναέριων μέσων και των κατοίκων. Πολεμούν μέσα σε ακραίες συνθήκες και πολλές φορές με κίνδυνο της ζωής τους.
Αλλά ο ηρωισμός της τελευταίας στιγμής δεν μπορεί να αποτελεί το μόνιμο μοντέλο λειτουργίας ενός οργανωμένου κράτους.
Η κρίση κατοικησιμότητας
Αυτό που κινδυνεύει πλέον δεν είναι μόνο το δάσος. Είναι η δυνατότητα των ανθρώπων να συνεχίσουν να ζουν στον τόπο τους.
Όταν καίγεται μια ορεινή ή αγροτική περιοχή, δεν χάνονται μόνο δέντρα. Χάνονται εισοδήματα, καλλιέργειες, κτηνοτροφικές μονάδες, τουριστικές δραστηριότητες και θέσεις εργασίας. Μετά τη φωτιά έρχεται η διάβρωση του εδάφους, ο κίνδυνος πλημμυρών και τελικά η εγκατάλειψη.
Και όσο ερημώνει η ύπαιθρος, τόσο δυσκολότερη γίνεται η προστασία της. Ένας φαύλος κύκλος που η Στερεά Ελλάδα γνωρίζει ήδη πολύ καλά.
Οι «μέρες Πομπηίας» δεν είναι πλέον μια δημοσιογραφική υπερβολή. Είναι η εικόνα του κατοίκου που κλείνει τα παράθυρα για να μη γεμίσει το σπίτι στάχτη. Του ανθρώπου που εγκαταλείπει το χωριό του με μία σακούλα στο χέρι. Του πυροσβέστη που επιχειρεί απέναντι σε ένα μέτωπο το οποίο κινείται ταχύτερα από τα διαθέσιμα μέσα.
Η Στερεά Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλες διαβεβαιώσεις ότι «ο μηχανισμός βρίσκεται σε ετοιμότητα». Χρειάζεται μόνιμη δασική διαχείριση, ενισχυμένες υπηρεσίες, πραγματική πρόληψη και δημόσιο απολογισμό μετά από κάθε καταστροφή.
Γιατί όταν κάθε καλοκαίρι καίγεται και ένα ακόμη κομμάτι του τόπου μας, δεν αρκεί να ρωτάμε πότε θα σβήσει η φωτιά.
Πρέπει επιτέλους να ρωτήσουμε:
Τι ακριβώς έγινε πριν ανάψει;


