Από το μέτωπο της Ηπείρου μέχρι την κατοχική πρωθυπουργία, η υπόθεση Τσολάκογλου παραμένει μία από τις πιο σκοτεινές στιγμές του 1941: στρατιωτική κατάρρευση, παραποίηση εντολών, τρία πρωτόκολλα παράδοσης και μια κυβέρνηση που δεν διαπραγματεύτηκε ποτέ ουσιαστικά τη μοίρα της χώρας.
Τον Απρίλιο του 1941, ο ελληνικός στρατός είχε φτάσει στα όριά του. Είχε νικήσει τους Ιταλούς στην Αλβανία, αλλά βρέθηκε εγκλωβισμένος μετά τη γερμανική εισβολή. Οι στρατιώτες ήταν εξαντλημένοι, οι μονάδες αποδιοργανώνονταν, η σύμπτυξη είχε καθυστερήσει και η απειλή αιχμαλωσίας ή διάλυσης ήταν πλέον πραγματική.
Μέσα σε αυτό το χάος, ο αντιστράτηγος Γεώργιος Τσολάκογλου πήρε την απόφαση να συνθηκολογήσει χωρίς εντολή από την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία. Αυτό που άρχισε ως προσπάθεια «έντιμης παράδοσης» στους Γερμανούς, κατέληξε σε τρία πρωτόκολλα, σε παράδοση και στους ηττημένους Ιταλούς, και τελικά στη συγκρότηση μιας κατοχικής κυβέρνησης που άνοιξε τον δρόμο για ένα από τα μεγαλύτερα δράματα της νεότερης Ελλάδας: τον λιμό του 1941-1942.
Ο στρατός που νίκησε τους Ιταλούς, αλλά εγκλωβίστηκε από τους Γερμανούς
Η Ελλάδα του Απριλίου 1941 δεν ήταν η Ελλάδα του Οκτωβρίου 1940.
Ο ενθουσιασμός της πρώτης νίκης είχε δώσει τη θέση του στην κόπωση, στην πείνα, στην έλλειψη πυρομαχικών και στην αγωνία ενός στρατού που είχε μείνει εκτεθειμένος.
Η γερμανική εισβολή άλλαξε τα πάντα. Μετά τη διάσπαση της γραμμής Αλιάκμονα και την προέλαση των γερμανικών δυνάμεων, τα ελληνικά στρατεύματα στο αλβανικό μέτωπο κινδύνευαν να αποκοπούν. Η διαταγή σύμπτυξης ήρθε καθυστερημένα. Στο μέτωπο της Ηπείρου, αξιωματικοί και στρατιώτες αντιλαμβάνονταν ότι η συνέχιση του πολέμου δεν είχε πλέον στρατιωτική προοπτική.
Όμως άλλο πράγμα η στρατιωτική αδυναμία και άλλο η παράδοση χωρίς εντολή.
Εκεί βρίσκεται ο πυρήνας της υπόθεσης Τσολάκογλου.
Η λαθροχειρία Χρυσοχόου και η παραπλάνηση Πιτσίκα
Κεντρικό πρόσωπο στην υπόθεση υπήρξε ο επιτελάρχης του Τσολάκογλου, Αθανάσιος Χρυσοχόου. Σύμφωνα με τις ιστορικές αναφορές, μετά την άρνηση του Παπάγου να εγκρίνει συνθηκολόγηση, ο Χρυσοχόου έστειλε τηλεγραφήματα προς τον Τσολάκογλου χρησιμοποιώντας τρόπο που μπορούσε να εμφανίσει προσωπική επικοινωνία ως προερχόμενη από ανώτερη στρατιωτική αρχή.
Αυτό δεν ήταν λεπτομέρεια.
Ήταν κρίσιμο σημείο.
Διότι σε τέτοιες ώρες, η νομιμότητα της εντολής είναι το σύνορο ανάμεσα στη στρατιωτική πρωτοβουλία και την αυθαίρετη εκτροπή. Ο Τσολάκογλου δεν είχε εξουσιοδότηση ούτε από τον βασιλιά, ούτε από την κυβέρνηση, ούτε από τον Παπάγο. Κι όμως κινήθηκε σαν να μπορούσε να μιλήσει εξ ονόματος του ελληνικού στρατού και, αργότερα, σχεδόν εξ ονόματος του ελληνικού κράτους.
Η υπόθεση γίνεται ακόμη βαρύτερη από την καταγγελία ότι ο Τσολάκογλου παραποίησε το νόημα τηλεγραφήματος για να πείσει τον Πιτσίκα πως η ενέργεια είχε κάλυψη. Αν αυτό ισχύει, τότε δεν μιλάμε απλώς για βεβιασμένη απόφαση σε συνθήκες πολέμου. Μιλάμε για πολιτικοστρατιωτική μεθόδευση.
Τα τρία πρωτόκολλα: από την «έντιμη παράδοση» στον εξευτελισμό
Η πρώτη συμφωνία, στις 20 Απριλίου 1941, έγινε με τους Γερμανούς. Οι όροι εμφανίζονταν σχετικά ευνοϊκοί: ο ελληνικός στρατός δεν θα αντιμετωπιζόταν ως ηττημένος από τους Ιταλούς, δεν θα υπήρχε μαζική αιχμαλωσία και οι στρατιώτες θα μπορούσαν να επιστρέψουν στα σπίτια τους.
Αυτό ήταν και το βασικό επιχείρημα όσων μέχρι σήμερα επιχειρούν να δουν την πράξη Τσολάκογλου με κάποια επιείκεια: ότι απέτρεψε την αιχμαλωσία εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων στρατιωτών.
Όμως η πραγματικότητα δεν σταμάτησε εκεί.
Ακολούθησε δεύτερο πρωτόκολλο, με αυστηρότερους όρους. Και έπειτα τρίτο, με την απαίτηση να συμπεριληφθούν και οι Ιταλοί. Εκεί έγινε η μεγάλη ηθική συντριβή.
Ο ελληνικός στρατός, που είχε νικήσει τους Ιταλούς στα βουνά της Ηπείρου και της Βορείου Ηπείρου, υποχρεώθηκε να παραδοθεί και σε αυτούς. Για πολλούς αξιωματικούς και στρατιώτες, αυτό δεν ήταν απλώς στρατιωτικός όρος. Ήταν προσβολή στην ίδια τη θυσία τους.
Ο Μητροπολίτης Σπυρίδων και η υπόθεση της κυβέρνησης
Πριν από τη συνθηκολόγηση, είχε τεθεί η ιδέα σχηματισμού προσωρινής ελληνικής αρχής υπό τον Μητροπολίτη Ιωαννίνων Σπυρίδωνα. Το σκεπτικό ήταν ότι, εφόσον η νόμιμη κυβέρνηση εγκατέλειπε την Αθήνα, έπρεπε να υπάρχει κάποια ελληνική διοικητική συνέχεια, έστω υπό κατοχή.
Όμως ο Τσολάκογλου δεν προώθησε αυτή τη λύση όπως είχε συμφωνηθεί. Αντίθετα, μέσα σε λίγες ημέρες, το πολιτικό παιχνίδι άλλαξε. Ο ίδιος εμφανίστηκε ως ο άνθρωπος που θα αναλάμβανε την κατοχική διακυβέρνηση.
Η άρνηση του Αρχιεπισκόπου Χρύσανθου να ορκίσει την κυβέρνησή του ήταν ιστορική πράξη αξιοπρέπειας. Η φράση του ότι η εθνική κυβέρνηση εξακολουθούσε να υφίσταται και να συνεχίζει τον πόλεμο ήταν κάτι περισσότερο από εκκλησιαστική στάση. Ήταν θεσμική άρνηση νομιμοποίησης της Κατοχής.
Το μεγάλο λάθος: κυβέρνηση χωρίς εξουσία, κράτος χωρίς άμυνα
Το μεγαλύτερο πολιτικό λάθος του Τσολάκογλου δεν ήταν μόνο ότι συνθηκολόγησε. Ήταν ότι στη συνέχεια ανέλαβε κυβέρνηση χωρίς να έχει εξασφαλίσει πραγματικές εξουσίες για την προστασία της χώρας.
Η Ελλάδα μπήκε στην Κατοχή με μια κυβέρνηση που δεν είχε διαπραγματευτεί σοβαρά ούτε τα όρια των κατακτητών, ούτε τη λειτουργία της οικονομίας, ούτε την προστασία της παραγωγής, ούτε την τροφοδοσία του πληθυσμού.
Το αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό.
Οι κατακτητές επέβαλαν «έξοδα κατοχής». Η χώρα υποχρεώθηκε να συντηρεί τα στρατεύματα που την είχαν καταλάβει. Παράλληλα, τρόφιμα, πρώτες ύλες, καύσιμα, καπνός, βαμβάκι, λάδι, σιτάρι και άλλα αγαθά αφαιρούνταν από την ελληνική οικονομία. Σε αυτό προστέθηκαν ο βρετανικός αποκλεισμός, η διάλυση των μεταφορών και το γενικό πλιάτσικο.
Ο λιμός του 1941-1942 δεν είχε μία μόνο αιτία.
Αλλά η κατοχική κυβέρνηση δεν μπόρεσε —και σε μεγάλο βαθμό δεν είχε τα μέσα ή την πολιτική βούληση— να σταθεί ως ανάχωμα.
3 κρίσιμα σημεία
1. Η συνθηκολόγηση δεν ήταν απλώς στρατιωτική πράξη
Ο Τσολάκογλου δεν ενήργησε ως απλός διοικητής που έβλεπε τον στρατό του να καταρρέει. Ενέργησε χωρίς την απαιτούμενη εξουσιοδότηση και στη συνέχεια πέρασε από τη στρατιωτική πρωτοβουλία στην πολιτική εξουσία.
2. Η παράδοση στους Ιταλούς ήταν το σημείο ηθικής κατάρρευσης
Οι Γερμανοί επέβαλαν την ιταλική συμμετοχή για λόγους συμμαχικής ισορροπίας με τον Μουσολίνι. Για τους Έλληνες στρατιώτες, όμως, ήταν ταπείνωση: είχαν νικήσει τους Ιταλούς και στο τέλος εμφανίστηκαν να παραδίδονται και σε αυτούς.
3. Η κατοχική κυβέρνηση δεν προστάτευσε τη χώρα από την οικονομική λεηλασία
Τα έξοδα Κατοχής, οι επιτάξεις, η αφαίμαξη αγαθών και η διάλυση της αγοράς συνέβαλαν καθοριστικά στον λιμό. Το κράτος που συγκρότησε ο Τσολάκογλου δεν λειτούργησε ως ασπίδα. Λειτούργησε ως διοικητικό περίβλημα μιας κατεχόμενης χώρας.
Ήταν αναπόφευκτη η συνθηκολόγηση;
Εδώ βρίσκεται το δύσκολο ιστορικό ερώτημα.
Ναι, ο ελληνικός στρατός ήταν εξαντλημένος.
Ναι, η συνέχιση της μάχης στο αλβανικό μέτωπο είχε γίνει σχεδόν αδύνατη.
Ναι, η διάλυση των μονάδων και οι λιποταξίες έδειχναν ότι ο χρόνος τελείωνε.
Όμως αυτό δεν ακυρώνει το θεσμικό ζήτημα. Η συνθηκολόγηση ενός στρατού δεν είναι προσωπική απόφαση ενός αντιστράτηγου. Είναι πράξη εθνικής ευθύνης. Και όταν γίνεται χωρίς εντολή, με αμφισβητούμενες μεθοδεύσεις και μετέπειτα πολιτική αξιοποίηση, παύει να είναι μόνο στρατιωτικό επεισόδιο. Γίνεται ιστορική πληγή.
Ο Τσολάκογλου μπορεί να επικαλέστηκε τη σωτηρία των στρατιωτών. Αλλά τελικά δέχθηκε να γίνει πρωθυπουργός των κατακτητών. Και αυτή η επιλογή βαραίνει περισσότερο από κάθε απολογία.
Η μεταπολεμική κρίση
Μετά την Απελευθέρωση, ο Τσολάκογλου συνελήφθη, δικάστηκε από το Ειδικό Δικαστήριο Δωσιλόγων και καταδικάστηκε σε θάνατο. Η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια. Πέθανε το 1948, άρρωστος και απομονωμένος.
Η Ιστορία, όμως, δεν τον θυμάται κυρίως για το τέλος του.
Τον θυμάται για την υπογραφή του.
Για εκείνη τη στιγμή που ο στρατός της Αλβανίας, ο στρατός του «Όχι», πέρασε από τη δόξα στην παράδοση. Και για εκείνη τη δεύτερη, βαρύτερη στιγμή, που ο άνθρωπος της συνθηκολόγησης έγινε ο πρώτος πρωθυπουργός της Κατοχής.
Ο Τσολάκογλου δεν ήταν απλώς ο στρατηγός μιας χαμένης μάχης. Ήταν ο άνθρωπος που μετέτρεψε τη στρατιωτική κατάρρευση σε πολιτική νομιμοποίηση της Κατοχής.
Μπορεί να ισχυρίστηκε ότι έσωσε στρατιώτες.
Αλλά δεν έσωσε το κράτος.
Δεν έσωσε την αξιοπρέπεια της νίκης απέναντι στους Ιταλούς.
Δεν έσωσε τον λαό από την πείνα.
Και γι’ αυτό η συνθηκολόγηση του Απριλίου 1941 δεν έμεινε στην Ιστορία ως πράξη ανάγκης.
Έμεινε ως η στιγμή που η ήττα έγινε υπογραφή — και η υπογραφή έγινε Κατοχή.

