Ο Guy Standing, Βρετανός οικονομολόγος της εργασίας, καθηγητής στο SOAS του Λονδίνου και πρώην στέλεχος του International Labour Organization, έκανε το 2011 κάτι ενοχλητικό: έδωσε όνομα στην κοινωνική ρωγμή που οι βολεμένες κοινωνίες έβλεπαν, αλλά προτιμούσαν να αγνοούν.
Στο βιβλίο του The Precariat: The New Dangerous Class, την είπε precariat, συνθετικό από το precarious και το proletariat. Την “τάξη της επισφάλειας“. Ανθρώπους που δουλεύουν χωρίς σταθερότητα, χωρίς ασφαλές εισόδημα, χωρίς προβλέψιμη θέση, χωρίς δυνατότητα να μετατρέψουν τον μόχθο τους σε ζωή.
Στην Ελλάδα πήραμε αυτή την έννοια και αντί να της απαλύνουμε την πίεση, της βάλαμε τεκμήρια και πρόστιμα. Το ελληνικό precariat έχει ΑΦΜ.
Είναι ο διανομέας της πλατφόρμας. Ο μηχανικός με το μικρό γραφείο. Η λογίστρια που κοιμάται με τις εγκυκλίους στο κομοδίνο. Ο μικρομαγαζάτορας που δεν έχει μόνο ένα αφεντικό, αλλά πολλά: την αγορά, το ενοίκιο, τον ΕΦΚΑ, τον ΦΠΑ, την ΑΑΔΕ, την τράπεζα, τον πελάτη, τον χρόνο.
Πάνω απ’ όλους, το κράτος.
Ο ΟΟΣΑ λέει ότι η αυτοαπασχόληση στην Ελλάδα φτάνει το 33%, όταν το αντίστοιχο σημείο αναφοράς στον ΟΟΣΑ είναι 15,5%. Στην Πελοπόννησο πλησιάζει το 40%. Μιλάμε για τεράστιο κομμάτι της παραγωγικής Ελλάδας, που κρατάει ζωντανή την οικονομία με τιμολόγια, ραντεβού, επισκευές, μαγαζιά, γραφεία, ξενύχτια, δουλειά, ασκώντας επιχειρηματικότητα ανάγκης.
Το ελληνικό κράτος όμως αυτή τη ραχοκοκαλιά δεν τη βλέπει ως στήριγμα του κοινωνικού ιστού.
Τη βλέπει ως φλέβα για αφαίμαξη.
Ο αυτοαπασχολούμενος είναι εύκολος στόχος. Δεν είναι αρκετά φτωχός για να προκαλέσει συμπόνια. Ούτε αρκετά πλούσιος για να προκαλέσει φόβο. Ούτε αρκετά οργανωμένος για να πιέσει πολιτικά. Ούτε αρκετά ισχυρός για να ξεφύγει. Είναι ακριβώς στο μέγεθος που βολεύει την αφαίμαξή του και τον εξευτελισμό του ως “πονηρούλης”.
Ό,τι κι αν δηλώσει, το κράτος τον υποψιάζεται. Κι αν βγάλει κάτι, τότε το ίδιο κράτος σπεύδει να το πάρει να το μοιράσει σε κουπόνια και πανηγυρισμούς για πλεονάσματα.
Κάπου ώπα.
Τα τεκμήρια δεν είναι απλώς φορολογικός μηχανισμός. Είναι ετικέτα αναξιοπιστίας. Το κράτος λέει: “Δεν σε πιστεύω”. Και μετά βαφτίζει αυτή τη δυσπιστία δικαιοσύνη.
Να παταχθεί η φοροδιαφυγή; Φυσικά. Άλλο είναι όμως να κυνηγάς τον φοροφυγά των στόλων με τα λαθραία καύσιμα (λέμε τώρα) και άλλο να βαφτίζεις μια ολόκληρη τάξη, το ένα τρίτο της ελληνικής κοινωνίας, ύποπτη.
Το κράτος φυσικά δεν τεκμαίρει τη δική του απόδοση. Αν η Δικαιοσύνη θα τελειώσει πριν τη δεκαετία, αν η πολεοδομία θα απαντήσει εγκαίρως, αν η πλατφόρμα θα δουλεύει όταν πρέπει, αν οι κανόνες του παιχνιδιού θα μείνουν ίδιοι για πέντε χρόνια, ώστε ένας άνθρωπος να μπορεί να σχεδιάσει τη ζωή του.
Το κράτος έχει πάντα δικαιολογίες. Είναι σε μετάβαση. Είναι υποστελεχωμένο. Είναι σε ψηφιακό μετασχηματισμό. Το κράτος είναι “άνθρωπος” όταν αποτυγχάνει, αλλά μηχανή όταν εισπράττει.
Ο πολίτης δεν είναι ποτέ σε μετάβαση. Είναι μόνο υπόχρεος.
Αν υπήρχε πραγματική πρόθεση κατανόησης, θα έβλεπαν όλοι το προφανές: δεν μπορείς να έχεις €55 δισ. ευρώ πρόσθετες μη-εξυπηρετούμενες οφειλές σε επτά χρόνια και 4 εκατομμύρια ΑΦΜ μαυρισμένα, με πλεόνασμα €12 δισ. το χρόνο, και να παριστάνεις ότι το πρόβλημα είναι οι “πονηρούληδες”.
Όταν η μισή κοινωνία χρωστά, ενώ τα πλεονάσματα φτάνουν τα €12 δις το χρόνο, δεν έχεις φορολογικό πρόβλημα. Έχεις πρόβλημα σχεδιασμού ζωής των πολιτών. Και όταν ο άνθρωπος που δουλεύει, πληρώνει, ασφαλίζεται, κόβει τιμολόγια και παρ’ όλα αυτά αισθάνεται μόνιμα υπό δίωξη, δεν έχεις λογιστικό πρόβλημα. Έχεις πολιτικό πρόβλημα.
Έσπασες το κοινωνικό συμβόλαιο για το ένα τρίτο της ελληνικής κοινωνίας.
Δεν το έσπασες επειδή ζήτησες φόρους. Το έσπασες επειδή το κράτος έκανε τον άνθρωπο που παράγει μονίμως ύποπτο, μονίμως υπόχρεο, μονίμως διαθέσιμο για αφαίμαξη. Του ζητάς να πληρώνει σαν κανονική ευρωπαϊκή επιχείρηση και τον αντιμετωπίζεις σαν φορολογικό κορόιδο. Του μιλάς για πλεονάσματα την ώρα που εκείνος ζει χωρίς ρευστότητα, με μαυρισμένο ΑΦΜ, μπλοκαρισμένους λογαριασμούς, πελάτες που δεν πληρώνουν, προκαταβολές φόρου και ΦΠΑ που πρέπει να αποδώσει ακόμη κι αν δεν έχει πληρωθεί.
Όταν μάλιστα βλέπει δίπλα του ατιμώρητη τη διασπάθιση δημοσίου χρήματος, με ΟΠΕΚΕΠΕδες, με αναθέσεις εκατομμυρίων, και με αμφιλεγόμενους διαγωνισμούς μαμούθ, από εκείνους που ορκίζονται ότι το προστατεύουν, το μάθημα φορολογικής συνείδησης δεν ακούγεται σαν υποχρέωση. Με €88.000 την κάμερα, ακούγεται σαν προσβολή.
Αυτό είναι λύση συμβολαίου. Και μετά κάποιοι απορούν γιατί έχει αγριέψει η κοινωνία.
Η Ευρώπη επιμένει τα κράτη-μέλη να ανεβάσουν το όριο απαλλαγής ΦΠΑ για μικρές επιχειρήσεις στις 85.000 ευρώ. Λιγότερο από μια κάμερα δηλαδή!
Στην Ελλάδα το όριο είναι €10.000 ευρώ. Αν ένας αυτοαπασχολούμενος κάνει €10.001 ευρώ τζίρο τον χρόνο, μπαίνει στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ. Όχι όταν γίνει πραγματική επιχείρηση. Στα δέκα χιλιάρικα και ένα ευρώ τζίρο. Τζίρο, όχι κέρδος.
Λες και στα €10.001 είναι επιχείρηση χιλίων εργαζομένων σε μικρογραφία. Όχι: είναι κάποιος που προσπαθεί να μη γυρίσει σπίτι του με άδεια χέρια, και χωρίς να ζητιανέψει επίδομα ανεργίας.
Αυτά όμως είναι λεπτομέρειες για ανθρώπους που γράφουν κανόνες αγοράς με έπαρση, χωρίς να γνωρίζουν από αγορά, που νομίζουν ότι η μικρή επιχείρηση είναι φορολογικός κουμπαράς με πόδια. Που φορτώνουν στους μικρούς το διοικητικό κόστος με “συνδρομές” που δεν αντέχει να σηκώσει ούτε το ίδιο το κράτος.
Εκεί λοιπόν χτίζεται η τέλεια καταιγίδα της κάλπης.
Δεν χτίζεται με μία αδικία. Χτίζεται όταν η αγορά, το ενοίκιο, ο φόρος, η εισφορά, το τεκμήριο, ο απλήρωτος πελάτης και ο πολιτικός που κάνει μάθημα, πέφτουν όλα στην ίδια πλάτη. Και κάποια στιγμή όλα αυτά παύουν να είναι υποχρεώσεις. Γίνονται εξευτελισμός.
Η νέα ταξική διαίρεση στην Ελλάδα δεν περνά πλέον μόνο ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς. Περνά ανάμεσα σε όσους έχουν ασφάλεια και σε όσους ζουν σε συνεχή έκθεση. Ανάμεσα σε όσους μπορούν να σχεδιάσουν τη ζωή τους και σε όσους κάθε μήνα την επαναδιαπραγματεύονται από μηδενική βάση.
Ο δημόσιος υπάλληλος δεν είναι εχθρός κανενός. Αρκετοί δουλεύουν σοβαρά, πολλοί αμείβονται χαμηλά, σχεδόν όλοι πνίγονται μέσα σε κακές υπηρεσίες. Αλλά ο δημόσιος υπάλληλος έχει συνέχεια. Ξέρει ότι ο μισθός θα μπει. Ξέρει ότι η τράπεζα θα τον δει αλλιώς. Ξέρει ότι μπορεί να σχεδιάσει τη ζωή του.
Ο αυτοαπασχολούμενος μπορεί ίσως μια χρονιά να βγάλει περισσότερα. Και λοιπόν; Η οικογένεια δεν χτίζεται πάνω στο καλύτερο έτος. Χτίζεται πάνω στο χειρότερο έτος που μπορεί να αντέξει. Εκείνο που θα φάει το φέσι αλλά θα πληρώσει τους προμηθευτές και το ΦΠΑ ατόφιο.
Εκεί συντελείται το δημογραφικό έγκλημα πάνω στις πλάτες αυτών των ανθρώπων. Το πραγματικό. Όχι αυτό των ημερίδων με τους υπουργούς και τις βαρύγδουπες εξαγγελίες.
Ένα ζευγάρι 36 και 38 ετών δεν λέει “δεν θέλουμε παιδί”. Λέει “περίμενε, όχι ακόμη”. Να σταθεί λίγο η δουλειά. Να καλυφθεί το ενοίκιο. Να πληρώσει ο πελάτης. Να μη διαλύσει η εγκυμοσύνη τη ροή του γραφείου. Να τους δει η τράπεζα ως ανθρώπους, όχι ως κινούμενο πιστωτικό ρίσκο. Κι έτσι η ζωή τους περνάει στον προθάλαμο, περιμένοντας να “στρώσουν” οι συνθήκες.
Μετά οι “αρμόδιοι” ανακαλύπτουν με φρίκη ότι δεν γεννιούνται παιδιά. Σοκ. Πού πήγαν άραγε; Μήπως χάθηκαν ανάμεσα στο ενοίκιο, στον ΕΦΚΑ, στην προκαταβολή φόρου, στο τεκμήριο, στη δόση, στην ακρίβεια και στη δουλειά που δεν σταθεροποιείται ποτέ;
Το κράτος κυνηγά την αποταμίευση πριν γίνει ασφάλεια. Γι αυτό και οι αποταμιεύσεις μειώνονται. Κυνηγά το μικρό μαξιλάρι πριν γίνει παιδικό κρεβάτι. Μετά βγαίνει και ρωτάει γιατί δεν έχουμε γεννήσεις.
Η δημιουργία οικογένειας είναι η πιο βαθιά ψήφος εμπιστοσύνης στο μέλλον.
Κι η χώρα ζητάει αυτή την ψήφο εμπιστοσύνης από ανθρώπους στους οποίους κάθε μέρα διδάσκει να μην την εμπιστεύονται για τίποτα.
Το ελληνικό precariat με ΑΦΜ δεν ζητά χάρη. Απαιτεί να μην θεωρείται ένοχο επειδή δουλεύει έξω από την αγκαλιά της μονιμότητας του Δημοσίου. Ζητά κανόνες που να μην αλλάζουν όποτε κάποιος χρειάζεται “δημοσιονομικό χώρο” για να βγουν υπερπλεονάσματα ή να μοιράσει κουπόνια. Ζητά κράτος που καταλαβαίνει ότι ο αυτοαπασχολούμενος δεν είναι μόνο φορολογούμενος. Είναι γονιός, εργοδότης, επενδυτής, τεχνίτης, επιστήμονας, λόγος για να μείνει κάποιος στην Ελλάδα.
Όταν το ένα τρίτο της κοινωνίας αντιμετωπίζεται ως ύποπτο, όλοι μαζί χάνουμε το μέλλον. Χωρίς επανάσταση. Χωρίς κρότο. Με μετανάστευση, αποχή, τιμωρία, υπαρξιακή οργή. Με ανθρώπους που δεν περιμένουν πια να πειστούν. Που βλέπουν ότι πλέον δεν υπάρχει λογική.
Απλώς περιμένουν την κάλπη. Αθόρυβα. Για να τιμωρήσουν.
Η τέλεια καταιγίδα της κάλπης δεν ξεκινάει όταν ο πολίτης θυμώνει.
Ξεκινάει όταν παύει να πιστεύει ότι αξίζει τον κόπο να συνεχίσει ο ίδιος να είναι λογικός.
CAPITAL

