Το αφήγημα Μητσοτάκη για την «Ελλάδα του 2030» έχει ένα μεγάλο πρόβλημα: ο πολίτης ζει ακόμη στο υπόλοιπο του μήνα
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχειρεί να ανοίξει τον δρόμο προς την τρίτη κυβερνητική θητεία με ένα καθαρό σύνθημα: συνέχεια, σταθερότητα, Ελλάδα του 2030.
Μόνο που η πολιτική δεν κρίνεται μόνο στα συνέδρια. Δεν κρίνεται στα χειροκροτήματα, στα πανό, στις ομιλίες και στις καλοστημένες φράσεις. Κρίνεται εκεί όπου τελειώνει η επικοινωνία και αρχίζει η πραγματική ζωή.
Στο ταμείο του σούπερ μάρκετ.
Στον λογαριασμό του ρεύματος.
Στο ενοίκιο που ανέβηκε.
Στην ειδοποίηση της ΑΑΔΕ.
Στο παιδί που χρειάζεται φροντιστήριο.
Στις διακοπές που ξανά μπαίνουν στο συρτάρι.
Εκεί θα κριθεί η τρίτη θητεία. Όχι στο αν το αφήγημα είναι ωραίο. Αλλά στο αν βγαίνει ο μήνας.
Η «συνέχεια» ακούγεται καλά — αλλά ποιος την πληρώνει;
Η Νέα Δημοκρατία θέλει να παρουσιάσει την επόμενη κάλπη ως σταθμό ολοκλήρωσης μιας πορείας: ξεκινήσαμε το 2019, περάσαμε κρίσεις, κρατήσαμε τη χώρα όρθια, φέραμε επενδύσεις, μειώσαμε το χρέος, ενισχύσαμε την άμυνα, τώρα πρέπει να τελειώσει η δουλειά.
Πολιτικά, το αφήγημα έχει συνοχή. Δεν είναι πρόχειρο. Δεν είναι χωρίς βάση. Η χώρα πράγματι βρέθηκε σε μεγάλες κρίσεις. Η άμυνα ενισχύθηκε. Η εικόνα της Ελλάδας στο εξωτερικό βελτιώθηκε σε αρκετά πεδία. Η επενδυτική βαθμίδα ήταν σημαντικό ορόσημο.
Όμως υπάρχει ένα ερώτημα που καμία συνεδριακή αίθουσα δεν μπορεί να κρύψει:
Αν όλα πάνε τόσο καλά, γιατί τόσος κόσμος νιώθει ότι ζει χειρότερα;
Γιατί η μεσαία τάξη αισθάνεται κυνηγημένη;
Γιατί ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας βλέπει το κράτος σαν μόνιμο εισπρακτικό μηχανισμό;
Γιατί ο μισθωτός ακούει για ανάπτυξη, αλλά βλέπει το καλάθι του να μικραίνει;
Γιατί ο ελεύθερος επαγγελματίας δουλεύει περισσότερο και αναπνέει λιγότερο;
Αυτό είναι το πολιτικό ρήγμα κάτω από το κυβερνητικό αφήγημα.
Το ψηφιακό κράτος δεν μπορεί να είναι μόνο ψηφιακός εισπράκτορας
Η κυβέρνηση έχει επενδύσει πολύ στο αφήγημα της ψηφιοποίησης. Και πράγματι, η μείωση της ταλαιπωρίας σε πολλές συναλλαγές με το Δημόσιο είναι υπαρκτή.
Αλλά η ψηφιοποίηση δεν μπορεί να σημαίνει μόνο ότι το κράτος βρίσκει γρηγορότερα τον πολίτη για να του βεβαιώσει οφειλές, πρόστιμα, προθεσμίες και υποχρεώσεις.
Αν ο πολίτης έγινε πιο διαφανής απέναντι στο κράτος, τότε και το κράτος οφείλει να γίνει φθηνότερο, απλούστερο και δικαιότερο απέναντι στον πολίτη.
Αλλιώς δεν μιλάμε για μεταρρύθμιση υπέρ της κοινωνίας. Μιλάμε για έναν πιο σύγχρονο, πιο γρήγορο, πιο αποτελεσματικό μηχανισμό πίεσης.
Και αυτό η κοινωνία το καταλαβαίνει.
Ο μεγάλος αντίπαλος δεν είναι η αντιπολίτευση — είναι η κόπωση
Ο Μητσοτάκης έχει ακόμη ένα ισχυρό επιχείρημα: την απουσία καθαρής κυβερνητικής εναλλακτικής.
Η αντιπολίτευση δυσκολεύεται να πείσει ότι μπορεί να αναλάβει τη χώρα σε μια δύσκολη διεθνή περίοδο. Η κοινωνία μπορεί να γκρινιάζει, να δυσανασχετεί, να κουράζεται, αλλά ακόμη αναρωτιέται ποιος μπορεί πραγματικά να κυβερνήσει.
Αυτό είναι πολιτικό πλεονέκτημα για τη ΝΔ.
Όμως δεν αρκεί.
Γιατί ο πραγματικός αντίπαλος του Μητσοτάκη δεν είναι μόνο ο Ανδρουλάκης, ο ΣΥΡΙΖΑ ή τα μικρότερα κόμματα. Είναι κάτι βαθύτερο και πολύ πιο επικίνδυνο:
η κόπωση της κοινωνίας από τη διαρκή πίεση.
Η κόπωση από την ακρίβεια.
Η κόπωση από τη φορολογία.
Η κόπωση από τις πλατφόρμες.
Η κόπωση από τις ρυθμίσεις.
Η κόπωση από τα πρόστιμα.
Η κόπωση από το να ακούει ο πολίτης ότι η χώρα πάει καλά, ενώ ο ίδιος παλεύει να σταθεί όρθιος.
Εκεί βρίσκεται η μεγάλη απειλή για την τρίτη θητεία.
Η Ελλάδα του 2030 δεν πείθει όταν ο πολίτης δεν βγάζει το 2026
Το κυβερνητικό αφήγημα μιλά για την Ελλάδα του 2030.
Η κοινωνία όμως ζει στο 2026.
Και το ερώτημα που την καίει δεν είναι αν θα μειωθεί το δημόσιο χρέος κατά μερικές μονάδες. Δεν είναι αν οι αγορές χαμογελούν. Δεν είναι αν οι δείκτες βελτιώνονται.
Το ερώτημα είναι πιο απλό:
Θα μείνει κάτι στο τέλος του μήνα;
Αυτό είναι το πραγματικό δημοψήφισμα της καθημερινότητας.
Η κυβέρνηση μπορεί να μιλά για σταθερότητα. Αλλά για τον πολίτη σταθερότητα δεν σημαίνει μόνο να μην επιστρέψει το χάος του παρελθόντος. Σημαίνει να μπορεί να προγραμματίσει τη ζωή του χωρίς να φοβάται κάθε ειδοποίηση, κάθε λογαριασμό, κάθε νέα αύξηση.
Σημαίνει να μη δουλεύει μόνο για φόρους, ενέργεια, ενοίκιο, τράπεζες και σούπερ μάρκετ.
Το πολιτικό μήνυμα
Αν η Νέα Δημοκρατία θέλει τρίτη θητεία, δεν αρκεί να πείσει ότι οι άλλοι δεν μπορούν.
Πρέπει να πείσει ότι η ίδια κατάλαβε.
Ότι άκουσε τη μεσαία τάξη.
Ότι βλέπει τον μικρομεσαίο όχι ως φορολογικό στόχο, αλλά ως κορμό της οικονομίας.
Ότι η ανάπτυξη δεν μπορεί να μετριέται μόνο στους δείκτες, αλλά και στο πορτοφόλι.
Ότι η ψηφιοποίηση δεν μπορεί να είναι μόνο έλεγχος, αλλά και ελάφρυνση.
Ότι η σταθερότητα δεν μπορεί να σημαίνει σταθερή πίεση στους ίδιους ανθρώπους.
Γιατί αλλιώς η «συνέχεια» θα ακουστεί σαν απειλή.
Και η «συνέπεια» σαν λογαριασμός που πληρώνουν πάντα οι ίδιοι.
Η τρίτη θητεία δεν θα κριθεί από το πόσο πειστικά θα περιγραφεί η Ελλάδα του 2030.
Θα κριθεί από το αν ο πολίτης μπορεί να αντέξει την Ελλάδα του σήμερα.
Γιατί η κάλπη δεν στήνεται μόνο στα εκλογικά τμήματα.
Στήνεται κάθε μήνα, μπροστά στο άδειο πορτοφόλι.
Και εκεί, κανένα συνέδριο δεν μπορεί να χειροκροτήσει αντί για την κοινωνία.

