Είναι μια ηχηρή υπενθύμιση των ορίων –και των κενών– του κρατικού μηχανισμού προστασίας, αλλά και μια σαφής απόδειξη ότι κάποιοι έκαναν εγκαίρως αυτό που όφειλαν. Ανάμεσά τους, ξεκάθαρα, βρίσκεται Το Χαμόγελο του Παιδιού.
Από το 2022, ο οργανισμός είχε λάβει και αποστείλει κατεπείγουσα αναφορά για τον ανήλικο που σήμερα κατηγορείται για ανθρωποκτονία από πρόθεση. Δηλαδή, ενεργοποίησε τον θεσμικό του ρόλο: κατέγραψε τον κίνδυνο, αξιολόγησε την κατάσταση και ενημέρωσε τις αρμόδιες αρχές. Έκανε ακριβώς αυτό που προβλέπεται – και αυτό που, δυστυχώς, πολλοί ξεχνούν να κάνουν.
Είναι κρίσιμο να ειπωθεί καθαρά:
Το Χαμόγελο του Παιδιού δεν έχει εξουσία καταναγκασμού. Δεν αφαιρεί επιμέλειες, δεν διατάσσει εγκλεισμούς, δεν αντικαθιστά την Εισαγγελία Ανηλίκων, τις κοινωνικές υπηρεσίες ή το κράτος πρόνοιας. Ο ρόλος του είναι προειδοποιητικός, υποστηρικτικός και διαμεσολαβητικός. Όταν, λοιπόν, η προειδοποίηση έχει γίνει εγκαίρως, το ερώτημα μετατοπίζεται αναπόφευκτα αλλού: τι ακολούθησε;
Η εύκολη –και άδικη– λύση είναι να αναζητηθούν αποδιοπομπαίοι τράγοι στην κοινωνία των πολιτών. Όμως εδώ τα γεγονότα είναι πεισματάρικα. Ο οργανισμός:
- εντόπισε τον κίνδυνο,
- τεκμηρίωσε την ανησυχία,
- ενεργοποίησε τις θεσμικές διαδρομές.
Από εκεί και πέρα, η υπόθεση έπρεπε να ενταχθεί σε μια αλυσίδα κρατικών ενεργειών: εκτίμηση επικινδυνότητας, σχέδιο προστασίας, συνεχής παρακολούθηση, ουσιαστική στήριξη του ανηλίκου και της οικογένειάς του. Αν αυτή η αλυσίδα έσπασε, δεν έσπασε στο σημείο της κοινωνικής ευαισθησίας – έσπασε στο σημείο της κρατικής ευθύνης.
Η πραγματική συζήτηση, λοιπόν, δεν είναι αν «φταίνε οι οργανώσεις». Είναι αν διαθέτουμε:
- δεσμευτικά πρωτόκολλα ανταπόκρισης στις κατεπείγουσες αναφορές,
- επαρκώς στελεχωμένες κοινωνικές υπηρεσίες,
- μηχανισμούς παρακολούθησης ανηλίκων υψηλού κινδύνου,
- και, τελικά, την πολιτική βούληση να προλάβουμε αντί να διαχειριζόμαστε μετά την καταστροφή.
Το Χαμόγελο του Παιδιού, για άλλη μία φορά, χτύπησε το καμπανάκι. Αν η κοινωνία και το κράτος δεν άκουσαν έγκαιρα, αυτό δεν ακυρώνει την αξία του σήματος. Αντιθέτως, την επιβεβαιώνει.
Γιατί σε κάθε τέτοια υπόθεση, το ζητούμενο δεν είναι να βρούμε ποιος θα «χρεωθεί» την τραγωδία επικοινωνιακά. Είναι να αναγνωρίσουμε ποιος στάθηκε στο ύψος της αποστολής του – και ποιος οφείλει, επιτέλους, να κάνει το ίδιο.



