Η φορολογική αφαίμαξη των Ελλήνων εντείνεται χρόνο με τον χρόνο και τα στοιχεία το αποδεικνύουν. Η Ελλάδα εξακολουθεί να στηρίζει τα δημόσια έσοδά της κυρίως στους έμμεσους φόρους, δηλαδή σε φόρους που πληρώνουν όλοι ανεξαιρέτως, ανεξάρτητα από το εισόδημά τους.
Ο ΦΠΑ και οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης σε καύσιμα, καπνό και αλκοόλ αντιστοιχούν στο 37,8% των συνολικών φορολογικών εσόδων, όταν ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μόλις 26,8%. Η διαφορά αυτή αποκαλύπτει ένα φορολογικό μοντέλο που μεταφέρει το μεγαλύτερο βάρος στους οικονομικά ασθενέστερους, καθώς οι έμμεσοι φόροι απορροφούν πολύ μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματος ενός χαμηλόμισθου ή συνταξιούχου απ’ ό,τι ενός εύπορου πολίτη.
Την ίδια στιγμή, η φορολόγηση της εργασίας παραμένει ιδιαίτερα υψηλή, με αποτέλεσμα οι εργαζόμενοι να βλέπουν μεγάλο μέρος του εισοδήματός τους να εξανεμίζεται πριν ακόμη φτάσει στον τραπεζικό τους λογαριασμό. Το αποτέλεσμα είναι διπλό: οι πολίτες φορολογούνται όταν παράγουν εισόδημα και φορολογούνται ξανά όταν το καταναλώνουν.
Η πραγματικότητα αυτή εξηγεί γιατί, παρά τους θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης που επικαλείται η κυβέρνηση και τα συνεχόμενα πρωτογενή πλεονάσματα, η αγοραστική δύναμη των ελληνικών νοικοκυριών παραμένει από τις χαμηλότερες στην Ευρώπη. Για εκατομμύρια πολίτες, η καθημερινότητα γίνεται ολοένα δυσκολότερη, ενώ το κόστος ζωής συνεχίζει να αυξάνεται.
Η κυβερνητική επιλογή να βασίζεται τόσο έντονα στους φόρους κατανάλωσης δεν αποτελεί τεχνική λεπτομέρεια της δημοσιονομικής πολιτικής. Είναι μια συνειδητή πολιτική επιλογή με σαφείς κοινωνικές συνέπειες, αφού επιβαρύνει δυσανάλογα όσους διαθέτουν τα χαμηλότερα εισοδήματα και περιορισμένες δυνατότητες αποταμίευσης.
Η Νέα Δημοκρατία φαίνεται να θεωρεί ότι οι πολίτες θα συνεχίσουν να αποδέχονται αυτή την πραγματικότητα χωρίς ουσιαστικές αντιδράσεις. Όμως η κοινωνία έχει ήδη περάσει μια δεκαπενταετία οικονομικών θυσιών, τρία προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής και μια παρατεταμένη περίοδο απώλειας εισοδήματος. Η ανοχή απέναντι σε μια πολιτική που αυξάνει διαρκώς το φορολογικό βάρος, ενώ ταυτόχρονα περιορίζει την πραγματική αγοραστική δύναμη, δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν οι πολίτες αντιλαμβάνονται το μέγεθος της επιβάρυνσης. Το αντιλαμβάνονται καθημερινά στο σούπερ μάρκετ, στο πρατήριο καυσίμων, στους λογαριασμούς και στον μισθό τους. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν θα συνεχίσουν να θεωρούν αυτή την κατάσταση αναπόφευκτη ή αν θα απαιτήσουν μια διαφορετική φορολογική πολιτική, περισσότερο ισορροπημένη, δικαιότερη και κοινωνικά βιώσιμη.

