Δεν θα παραδώσουμε τη δημοσιογραφία ούτε στους υβριστές ούτε στους πολιτικούς απατεώνες της ηθικής
Σχόλιο Γιώργος Κοντονής
Υπάρχει μια αρρώστια που απλώνεται όλο και πιο επιθετικά στον δημόσιο βίο. Δεν είναι η διαφωνία. Η διαφωνία είναι υγεία στη δημοκρατία. Δεν είναι καν η σκληρή κριτική. Αυτή είναι θεμιτή, όταν έχει περιεχόμενο. Η πραγματική αρρώστια είναι η χυδαιότητα που μεταμφιέζεται σε άποψη, η αμορφωσιά που παριστάνει την πολιτική στάση και ο τραμπουκισμός που ζητά να επιβληθεί ως δήθεν δημοκρατική ευαισθησία.
Σε αυτή τη χώρα, δυστυχώς, περισσεύουν πλέον εκείνοι που δεν μπορούν να αντικρούσουν μία θέση και επιχειρούν να δολοφονήσουν τον συνομιλητή τους. Δεν απαντούν πολιτικά. Δεν επιχειρηματολογούν. Δεν αντιπαραθέτουν σκέψη. Βρίζουν. Πετούν λάσπη. Ξερνούν δηλητήριο. Και μετά καμαρώνουν κιόλας, σαν να κατέθεσαν πολιτικό λόγο. Αυτό δεν είναι ούτε κριτική ούτε δημοκρατία. Είναι ο απόπατος του δημόσιου λόγου.
Όταν κάποιος σου γράφει «κόψε τις μαλακίες» ή «τι λες ρε, γαμώ το σπίτι σου», δεν αποκαλύπτει τη δική σου αδυναμία. Αποκαλύπτει τη δική του γύμνια. Τη δική του πολιτική ένδεια. Τη δική του ανυπαρξία. Γιατί ο άνθρωπος που έχει θέση, τη διατυπώνει. Ο άνθρωπος που έχει σκέψη, τη στηρίζει. Ο άνθρωπος που έχει παιδεία, συγκρούεται με επιχειρήματα. Ο υπόλοιπος όχλος βρίζει.
Ας το πούμε καθαρά: οι ύβρεις δεν είναι μαγκιά. Είναι παρακμή. Δεν είναι ευθύτητα. Είναι βούρκος. Δεν είναι αντισυστημισμός. Είναι η ευκολία του κενού ανθρώπου που δεν αντέχει να σταθεί στον δημόσιο χώρο χωρίς κραυγές, βρισιές και προσωπικές επιθέσεις.
Και επειδή μερικοί έχουν μπερδέψει την ανοχή με την αδυναμία, να το ξεκαθαρίσω: ναι, δέχομαι την κριτική. Την αυστηρή, την επίμονη, την πολιτική, ακόμη και την άδικη καμιά φορά. Αυτό είναι μέρος της δημόσιας έκθεσης. Δεν δέχομαι, όμως, τη χυδαιότητα. Δεν δέχομαι τη λογική του υπονόμου. Δεν δέχομαι να γίνεται η δημοκρατία άλλοθι για να ξεσαλώνει κάθε αγράμματος υβριστής που θεωρεί ότι το πληκτρολόγιο τού έδωσε πολιτική υπόσταση.
Κάποιοι μάλιστα έφτασαν στο σημείο να μου γράφουν ότι εγώ είμαι, τάχα, «επικίνδυνος για τη δημοκρατία». Εγώ. Ένας άνθρωπος που επί έξι δεκαετίες υπηρετεί τη δημοσιογραφία, σχολιάζει την επικαιρότητα, ελέγχει την εξουσία, παρεμβαίνει δημόσια και δεν κρύβεται. Εγώ είμαι ο επικίνδυνος; Όχι, κύριοι. Επικίνδυνοι για τη δημοκρατία είναι εκείνοι που τη θέλουν κομμένη και ραμμένη στα μέτρα τους. Εκείνοι που χειροκροτούν την ελευθερία του λόγου μόνο όταν τους βολεύει και ουρλιάζουν όταν ακούσουν άποψη που δεν τους αρέσει. Εκείνοι που θέλουν ελεύθερο Τύπο μόνο όταν τους γλείφει.
Αυτό είναι το κεντρικό ζήτημα. Στην Ελλάδα του σήμερα, ένα μέρος του δημόσιου χώρου δεν θέλει δημοσιογραφία. Θέλει στρατευμένη χειροκρότηση. Θέλει δημοσιογράφους-ντεκόρ. Θέλει σχολιαστές άφωνους απέναντι στην αντιπολίτευση και λυσσασμένους μόνο απέναντι στην κυβέρνηση. Θέλει επιλεκτική αυστηρότητα, ιδεολογικό χαϊδολόγημα και πολιτική υποκρισία. Ε, αυτό δεν είναι δημοσιογραφία. Είναι κακοπληρωμένη προπαγάνδα.
Ο σωστός δημοσιογράφος ελέγχει την εξουσία. Αυτό είναι αδιαπραγμάτευτο. Την κυβέρνηση, τους θεσμούς, τα οικονομικά κέντρα, τους μηχανισμούς επιρροής. Όμως ο σωστός δημοσιογράφος δεν λειτουργεί ως πλυντήριο της αντιπολίτευσης. Δεν της δίνει ασυλία. Δεν την αφήνει να αλωνίζει ατιμώρητη μέσα στον δημόσιο χώρο, μόνο και μόνο επειδή δεν κυβερνά. Η αντιπολίτευση δεν είναι ιερό τοτέμ. Δεν είναι υπεράνω κριτικής. Δεν είναι πολιτικό νηπιαγωγείο για να της συγχωρούνται όλα.
Και εδώ ακριβώς αρχίζει η υποκρισία των επαγγελματιών της δήθεν ευαισθησίας. Θέλουν τον δημοσιογράφο «απέναντι». Αλλά όχι απέναντι σε όλους. Μόνο απέναντι σε εκείνους που έχουν ήδη στοχοποιήσει οι ίδιοι. Αν στραφεί και προς την άλλη πλευρά, αν αναδείξει τον λαϊκισμό, τη θεσμική ασχήμια, την πολιτική αμορφωσιά και την τοξική αλαζονεία της αντιπολίτευσης, τότε ξαφνικά βαφτίζεται «επικίνδυνος», «συστημικός», «προπαγανδιστής». Τόσο φθηνά και τόσο προβλέψιμα.
Η πραγματικότητα, όμως, δεν αλλάζει. Ο δημοσιογράφος ελέγχει την εξουσία, αλλά δεν αφήνει στην ασυδοσία την αντιπολίτευση. Τελεία και παύλα.
Πώς να μείνει ασχολίαστη, για παράδειγμα, η μόνιμη πολιτική αλητεία όσων έχουν κάνει την προσβολή, την ένταση και το θεσμικό μπάχαλο καθημερινή πρακτική; Πώς να κάνεις ότι δεν βλέπεις έναν δημόσιο λόγο που στάζει δηλητήριο, χυδαιότητα και ναρκισσισμό; Πώς να προσπεράσεις συμπεριφορές που υπονομεύουν την ίδια τη σοβαρότητα της πολιτικής ζωής; Αν το κάνεις, δεν υπηρετείς τη δημοσιογραφία. Την προδίδεις.
Το ίδιο ισχύει και για πρόσωπα που, χωρίς κανένα θεσμικό μέτρο, χωρίς καμία επίγνωση ορίων, απαιτούν ρόλο, λόγο και ενημέρωση λες και το εθνικό πεδίο είναι προσωπική τους σκηνή. Όταν η πολιτική υπερβολή βαφτίζεται «ηθικό πλεονέκτημα» και η θεσμική αμετροέπεια παρουσιάζεται ως δικαίωμα, τότε ο δημοσιογράφος δεν επιτρέπεται να σωπαίνει. Υποχρεούται να μιλήσει. Να δείξει το πρόβλημα. Να ξεγυμνώσει την υποκρισία.
Εγώ, λοιπόν, θα συνεχίσω. Με την πείρα των 60 και πλέον χρόνων που κουβαλώ, θα συνεχίσω να γράφω, να σχολιάζω, να κρίνω και να ενοχλώ. Θα ελέγχω την κυβέρνηση όταν πρέπει. Θα ελέγχω και την αντιπολίτευση όταν ξεσαλώνει. Θα λέω τα πράγματα με το όνομά τους, όσο κι αν αυτό ενοχλεί τους υβριστές, τους βολεμένους, τους φανατικούς και τους επαγγελματίες της πολιτικής αφόδευσης.
Δεν θα τους κάνω τη χάρη να σωπάσω. Δεν θα παραδώσω τη δημοσιογραφία στους τραμπούκους του πληκτρολογίου. Δεν θα δεχθώ να μετατραπεί ο δημόσιος διάλογος σε αρένα υπονόμου, όπου κερδίζει όποιος βρίζει πιο αισχρά. Και δεν θα προσκυνήσω κανέναν ψευτοηθικό εισαγγελέα που απαιτεί φίμωση κάθε φωνής που δεν χωρά στο δικό του κομματικό παραλήρημα.
Η δημοσιογραφία δεν είναι ούτε χαρτζιλίκι οπαδών ούτε παράρτημα κομματικών στρατών. Δεν είναι δημόσια σχέση, δεν είναι προστατευτικό δίχτυ της αντιπολίτευσης, δεν είναι μηχανισμός εκδίκησης κατά της κυβέρνησης, ούτε το αντίστροφο. Είναι έλεγχος, κρίση, ευθύνη και αλήθεια. Και όποιος δεν αντέχει αυτή την αλήθεια, ας σταματήσει να κρύβεται πίσω από μεγάλες λέξεις όπως «δημοκρατία», «δικαιοσύνη» και «ευαισθησία». Γιατί τις λέξεις αυτές τις έχουν λερώσει πρώτοι οι ίδιοι.
Όσοι βρίζουν επειδή δεν μπορούν να απαντήσουν, δεν με μειώνουν. Αυτοεξευτελίζονται. Όσοι ζητούν δημοσιογράφους υπηρέτες και όχι ελεγκτές, δεν υπερασπίζονται τη δημοκρατία. Τη φοβούνται. Και όσοι απαιτούν ασυλία για την αντιπολίτευση στο όνομα μιας δήθεν προοδευτικής καθαρότητας, δεν υπηρετούν τον πλουραλισμό. Υπηρετούν τη δική τους πολιτική απάτη.
Αυτή είναι η αλήθεια. Και ήρθε η ώρα να ειπωθεί χωρίς ζάχαρη, χωρίς φόβο και χωρίς εκπτώσεις.
Γιατί η δημοσιογραφία που χαϊδεύει, δεν ελέγχει. Και η δημοσιογραφία που φοβάται, έχει ήδη πεθάνει.

