Πίσω από τις κυβερνητικές θριαμβολογίες για τον ΟΠΕΚΕΠΕ και την ΑΑΔΕ, οι αγρότες βλέπουν το ίδιο έργο: καθυστερήσεις, αδικίες, επιτήδειους και έναν πρωτογενή τομέα χωρίς στρατηγική.
Καταπέλτης εμφανίστηκε ο πρόεδρος του Αγροτικού Συλλόγου Καστοριάς, Θωμάς Μόσχος, μιλώντας στον 98.4 για την κατάσταση στον πρωτογενή τομέα. Από τον ΟΠΕΚΕΠΕ και τις επιδοτήσεις μέχρι τα βιολογικά, την παραγωγή και τη συμφωνία Mercosur, η εικόνα που περιέγραψε δεν έχει καμία σχέση με την κυβερνητική αισιοδοξία.
Το βασικό του μήνυμα ήταν καθαρό: οι διοικητικές αλλαγές και οι ανακοινώσεις δεν λύνουν το πρόβλημα, όταν στην πράξη οι πραγματικοί παραγωγοί παραμένουν εκτεθειμένοι και οι μη δικαιούχοι, όπως καταγγέλλει, συνεχίζουν να κινούνται μέσα σε ένα σύστημα που δεν έχει πραγματικά καθαρίσει.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι πληρωμές — είναι η εμπιστοσύνη
Η μεταφορά του ΟΠΕΚΕΠΕ υπό την ΑΑΔΕ παρουσιάζεται από την κυβέρνηση ως νέα αρχή. Η επίσημη γραμμή μιλά για σταθερότητα στις πληρωμές και για καταβολές που, σύμφωνα με δημοσιεύματα του αγροτικού ρεπορτάζ, προβλέπεται να φτάσουν τα 2,231 δισ. ευρώ έως το τέλος του 2026 σε περίπου 600.000 μοναδικούς δικαιούχους.
Όμως για τον αγροτικό κόσμο, το ερώτημα δεν είναι μόνο αν θα πληρωθούν κάποιοι λογαριασμοί. Το ερώτημα είναι ποιοι πληρώνονται, με ποια κριτήρια, με ποιους ελέγχους και ποιος τελικά μένει έξω από το σύστημα. Διότι όταν ο παραγωγός που δουλεύει τη γη ή κρατά ζωντανό το κοπάδι του αισθάνεται ότι ανταγωνίζεται όχι μόνο την αγορά αλλά και τη στρέβλωση των επιδοτήσεων, τότε δεν μιλάμε για διοικητικό πρόβλημα. Μιλάμε για θεσμική αποσύνθεση.
ΟΠΕΚΕΠΕ: όταν η «ορθή καταβολή» γίνεται ζητούμενο
Ο ίδιος ο ΟΠΕΚΕΠΕ περιγράφει τον εαυτό του ως θεσμικό φορέα με ευθύνη για την εφαρμογή της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής και την ορθή καταβολή των κοινοτικών ενισχύσεων. Αυτό ακριβώς είναι και το κέντρο της κρίσης: όταν η «ορθή καταβολή» αμφισβητείται από τους ίδιους τους ανθρώπους της παραγωγής, τότε καμία αλλαγή ταμπέλας δεν αρκεί.
Η δημόσια συζήτηση για καταπατήσεις, εικονικές δηλώσεις και παράνομες επιδοτήσεις δεν είναι θεωρητική. Μόνο σήμερα, δημοσιεύματα για την υπόθεση στα Βορίζια της Κρήτης ανέφεραν ότι φερόμενη εγκληματική ομάδα κατηγορείται πως καταπατούσε εκτάσεις και εισέπραξε περίπου 580.000 ευρώ μέσω επιδοτήσεων από τον ΟΠΕΚΕΠΕ.
Αυτές οι υποθέσεις, ακόμη και όταν βρίσκονται στο στάδιο της διερεύνησης ή της ποινικής αξιολόγησης, φωτίζουν το ίδιο βαθύ πρόβλημα: το σύστημα των ενισχύσεων δεν μπορεί να λειτουργεί σαν μηχανισμός επιβίωσης για τους επιτήδειους και σαν λαβύρινθος για τους πραγματικούς παραγωγούς.
Τα βιολογικά, οι επιδοτήσεις και η χαμένη αξιοπιστία
Η κριτική Μόσχου αγγίζει και το πεδίο των βιολογικών. Εκεί όπου η ενίσχυση θα έπρεπε να υπηρετεί μια καθαρή παραγωγική μετάβαση, συχνά εμφανίζεται η υποψία ότι το σύστημα επιδοτεί δηλώσεις, χαρτιά και επιφάνειες, όχι ουσιαστική παραγωγή.
Αυτό είναι το πιο δηλητηριώδες σημείο της κρίσης. Δεν τιμωρείται μόνο ο αγρότης που περιμένει. Τιμωρείται ο νέος άνθρωπος που σκέφτεται να μείνει στη γη και βλέπει μπροστά του ένα τοπίο αβεβαιότητας, γραφειοκρατίας και άνισου ανταγωνισμού. Αντί να υπάρχει σχέδιο για παραγωγή, διατροφική επάρκεια και περιφερειακή ανάπτυξη, υπάρχει διαρκής πυροσβεστική διαχείριση.
Mercosur: η νέα πίεση στην ευρωπαϊκή και ελληνική παραγωγή
Στο ίδιο κάδρο μπαίνει και η συμφωνία ΕΕ–Mercosur. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζει ότι υπάρχουν περιορισμοί και ποσοστώσεις για ευαίσθητα αγροδιατροφικά προϊόντα, αναφέροντας ενδεικτικά ότι οι προτιμησιακές εισαγωγές βοείου και πουλερικών περιορίζονται σε μικρό ποσοστό της συνολικής ετήσιας παραγωγής της ΕΕ.
Το Συμβούλιο της ΕΕ έχει επίσης εγκρίνει μηχανισμό διασφαλίσεων για αγροτικά προϊόντα, ώστε να μπορούν να ληφθούν μέτρα αν οι εισαγωγές από Mercosur προκαλέσουν σοβαρή ζημία στους Ευρωπαίους παραγωγούς.
Όμως για τον παραγωγό στην Καστοριά, στη Θεσσαλία, στην Κρήτη ή στην Εύβοια, οι ευρωπαϊκές διαβεβαιώσεις δεν αρκούν. Όταν το κόστος παραγωγής αυξάνεται, όταν οι πληρωμές γίνονται πεδίο αμφισβήτησης και όταν τα εισαγόμενα προϊόντα πιέζουν τις τιμές, ο πρωτογενής τομέας δεν χρειάζεται άλλα δελτία Τύπου. Χρειάζεται εθνική στρατηγική.
Η τελική εικόνα: ένας τομέας χωρίς πυξίδα
Το πιο βαρύ συμπέρασμα από την παρέμβαση Μόσχου είναι ότι ο πρωτογενής τομέας δεν καταρρέει από ένα μόνο λάθος. Καταρρέει από συσσωρευμένη εγκατάλειψη.
Από τις επιδοτήσεις χωρίς πραγματική δικαιοσύνη.
Από τους ελέγχους που έρχονται αργά.
Από τις διοικητικές μεταρρυθμίσεις που παρουσιάζονται ως λύση, αλλά δεν αλλάζουν την καθημερινότητα.
Από τις ευρωπαϊκές συμφωνίες που ανοίγουν νέα μέτωπα ανταγωνισμού.
Από την απουσία σχεδίου για το ποια παραγωγή θέλει τελικά η χώρα.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία: μια χώρα που δεν προστατεύει τον πρωτογενή της τομέα, δεν χάνει απλώς αγροτικό εισόδημα. Χάνει παραγωγική κυριαρχία. Χάνει νέους ανθρώπους. Χάνει χωριά. Χάνει διατροφική ασφάλεια.
Ο εμπαιγμός δεν είναι ότι δεν έγιναν ανακοινώσεις. Ανακοινώσεις έγιναν πολλές. Ο εμπαιγμός είναι ότι, πίσω από τις ανακοινώσεις, ο παραγωγός βλέπει το ίδιο σύστημα να επιβιώνει, τους ίδιους επιτήδειους να βρίσκουν δρόμο και τον ίδιο πρωτογενή τομέα να σπρώχνεται στην έξοδο.

