Αν μια κυβέρνηση φτάνει να συζητά διαγραφές βουλευτών, απώλεια εδρών και πρόωρες κάλπες για να μη βρεθεί με «δεδηλωμένη υποδίκων», τότε δεν σχεδιάζει πολιτική αντεπίθεση. Μετρά ζημιές, φοβάται κατάρρευση και ψάχνει έξοδο κινδύνου.
Το σενάριο εκλογών στις 28 Ιουνίου, όπως αποτυπώνεται στο δημοσίευμα, δεν παραπέμπει σε πρωτοβουλία ισχύος, αλλά σε επιχείρηση σωτηρίας ενός συστήματος που πιέζεται ταυτόχρονα από ΟΠΕΚΕΠΕ, υποκλοπές, εσωτερικό πανικό και τον κίνδυνο να μετατραπεί η κοινοβουλευτική πλειοψηφία σε πολιτικό ανέκδοτο.
Δεν μιλούν οι κάλπες, μιλούν οι δικογραφίες
Το πιο βαρύ στοιχείο δεν είναι καν η εκλογολογία. Είναι ο λόγος που τη γεννά. Όταν στο κέντρο της συζήτησης μπαίνει η πιθανότητα να διαγραφούν βουλευτές που φέρονται να εμπλέκονται σε κακουργηματικές υποθέσεις, όταν εξετάζεται ακόμη και η παράδοση εδρών για να μη φορτωθεί η κυβέρνηση το στίγμα μιας πλειοψηφίας υπό σκιά, τότε έχει ήδη συντελεστεί η πραγματική ήττα: η ηθική και θεσμική απογύμνωση της εξουσίας.
Το Μαξίμου, σύμφωνα με το περιγραφόμενο σκηνικό, δεν αιφνιδιάζεται απλώς από μια δικαστική εξέλιξη. Αιφνιδιάζεται επειδή πίστεψε ότι έχει χρόνο. Πίστεψε ότι οι υποθέσεις μπορούν να μπουν σε χρονοδιάγραμμα, να ελεγχθούν επικοινωνιακά, να μετατεθούν πολιτικά. Και ξαφνικά ανακαλύπτει ότι η πραγματικότητα δεν υπακούει στο πρόγραμμα του επιτελείου.
Η “δεδηλωμένη” τρόμου και ο φόβος της αποσύνθεσης
Η πιο αποκαλυπτική φράση σε όλο αυτό το σκηνικό είναι μία: να μην υπάρξει «δεδηλωμένη υποδίκων». Μόνο που όταν μια κυβέρνηση φοβάται πια όχι την αντιπολίτευση, αλλά την ίδια τη σύνθεση της κοινοβουλευτικής της ομάδας, τότε η αποσύνθεση έχει ήδη αρχίσει.
Γιατί το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποιοι θα μείνουν και ποιοι θα φύγουν. Είναι τι μήνυμα εκπέμπεται προς την κοινωνία: ότι το κυβερνητικό στρατόπεδο δεν διαχειρίζεται πια την πολιτική του ατζέντα, αλλά τις παρενέργειες των φακέλων, των αποκαλύψεων και των πιθανών ανεξαρτητοποιήσεων. Ότι η αριθμητική της πλειοψηφίας δεν είναι πια απόδειξη σταθερότητας, αλλά δείκτης πανικού. Ότι η εξουσία έχει περάσει από τη φάση της αλαζονείας στη φάση του εσωτερικού τρόμου.
Οι εκλογές ως πλυντήριο δεν είναι λύση, είναι ομολογία
Αν πράγματι η 28η Ιουνίου συζητείται ως λύση, τότε δεν συζητείται για να ζητηθεί νέα εντολή πάνω σε ένα καθαρό πολιτικό σχέδιο. Συζητείται για να κοπεί βίαια το νήμα πριν έρθουν κι άλλα. Πριν σωρευτούν νέες πιέσεις. Πριν οι υποκλοπές, ο ΟΠΕΚΕΠΕ και η γενικευμένη φθορά ενωθούν σε μία ενιαία εικόνα παρακμής.
Αλλά οι κάλπες δεν ξεπλένουν. Οι κάλπες δεν σβήνουν ερωτήματα. Οι κάλπες δεν μετατρέπουν το θεσμικό βάρος σε πολιτική αθωότητα. Αντίθετα, όταν προκηρύσσονται υπό τέτοια πίεση, μοιάζουν με ομολογία ότι το κυβερνητικό σχήμα δεν πιστεύει πια ούτε το ίδιο πως μπορεί να αντέξει τη φυσική πορεία των εξελίξεων. Και τότε η προσφυγή στον λαό δεν είναι πράξη δημοκρατικής αυτοπεποίθησης. Είναι κίνηση προληπτικής διάσωσης.
Αν η χώρα οδηγείται σε εκλογές όχι επειδή τελείωσε ένας πολιτικός κύκλος, αλλά επειδή το σύστημα εξουσίας φοβάται ότι θα το προλάβουν οι αποκαλύψεις, τότε δεν μιλάμε για ανανέωση εντολής. Μιλάμε για εκκένωση ευθυνών. Και μια κυβέρνηση που στήνει κάλπες για να ξεφύγει από τις σκιές της, έχει ήδη παραδεχτεί ότι οι σκιές έγιναν καθεστώς.

