«Κι αν η Κρήτη είναι το άγριο βουνό που δεν σκύβει στον άνεμο, τότε ο Βάρδας ήταν η κορυφή του».
(Ο ηρωικός Κρητικός που έγινε θρύλος του Μακεδονικού αγώνα)
“Ο Καπετάν Βάρδας είναι ίσως ο μοναδικός Μακεδονομάχος που βρέθηκε να έχει επικηρυχθεί και από τους Οθωμανούς και από την ίδια την Ελλάδα(βενιζελικό καθεστώς), γεγονός που αποτυπώνει τις έντονες πολιτικές συγκρούσεις της εποχής.

Κατά την πρόσφατη επίσκεψή μου στο χωριό Ασκύφου των Σφακίων, βρέθηκα μπροστά σε μια αποκάλυψη που με συγκλόνισε. Εκεί, στο οροπέδιο που σμίγει ουρανό και πέτρα, έμαθα με έκπληξη πως αυτή η άγρια κρητική γη υπήρξε η γενέτειρα του Γεωργίου Τσόντου, του θρυλικού Καπετάν Βάρδα, του αντάρτη που δόξασε το όνομα της Κρήτης και το τίμησε στα βουνά και τα πεδία της Μακεδονίας. Ένιωσα σαν να έβλεπα την ίδια τη μοίρα να με οδηγεί στο λίκνο ενός ανθρώπου που έγραψε με το αίμα και το σπαθί του σελίδες ηρωισμού που δύσκολα βρίσκει κανείς ανάλογες στην ιστορία μας.
Ο Βάρδας προερχόταν από οικογένεια που είχε ποτίσει το χώμα της Κρήτης με αίμα και θυσία. Ο προπάππους του, Πύλος Πόλλακας, έπεσε το 1769 στον ξεσηκωμό του Δασκαλογιάννη. Ο πατέρας του, Χαράλαμπος Τσόντος, υπήρξε αρχηγός των Σφακιανών στον αγώνα του 1866-69. Μέσα σε αυτό το ανυπότακτο περιβάλλον, ο νεαρός Γεώργιος γαλουχήθηκε με το πνεύμα της θυσίας και της ελευθερίας.
Μετά την αποφοίτησή του από τη Σχολή Ευελπίδων, οι πρώτοι αγώνες του συνδέθηκαν με την Κρήτη. Όμως, η μοίρα τον ήθελε αλλού. Όταν το 1904 ξεκίνησε ο Μακεδονικός Αγώνας, ο Τσόντος δεν έμεινε αμέτοχος. Με ψευδώνυμο «Βάρδας» (όνομα βαρύ και αδυσώπητο προερχόμενο από την βυζαντινή παράδοση μας, Βάρδας Σκληρός και Βαρδάς Φωκάς)πέρασε τα σύνορα και εισήλθε στη Μακεδονία με δικό του αντάρτικο σώμα.
Εκεί, ανάμεσα στα χωριά της Δυτικής Μακεδονίας, έγραψε την πιο λαμπρή σελίδα της ζωής του. Στη μάχη του χωριού Ιγρί το 1906, πραγματοποίησε την πιο μαζική επίθεση ελληνικού ανταρτικού σώματος, κατέλαβε και πυρπόλησε το άντρο των κομιτατζήδων, δίνοντας το οριστικό στίγμα της ελληνικής υπεροχής στην περιοχή του Μοναστηρίου. Δεν ήταν μόνο πολεμιστής ήταν στρατηγικός νους, οργανωτής, και πάνω απ’ όλα ψυχή που ενέπνεε φόβο στους εχθρούς και θαυμασμό στους συμμάχους.
Η δράση του ήταν τέτοια που σύντομα έγινε καταζητούμενος από δύο κόσμους. Οι Οθωμανικές αρχές τον επικηρύσσουν με 1.000 χρυσές λίρες χρόνια αργότερα, η ίδια η ελληνική πολιτεία, βουτηγμένη στον Εθνικό Διχασμό, τον επικηρύσσει με 25.000 δραχμές. Είναι ίσως ο μοναδικός Έλληνας οπλαρχηγός που βρέθηκε να πολεμά για την πατρίδα του και να θεωρείται ταυτόχρονα εχθρός και από ξένους και από Έλληνες.
Η πολιτική διαμάχη Βενιζελικών και Βασιλικών τον βρήκε στο στόχαστρο της βενιζελικής εξουσίας. Κυνηγήθηκε ανηλεώς, καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο, και αναγκάστηκε να περιπλανηθεί στα βουνά της Ευρυτανίας. Τελικά βρήκε καταφύγιο στη Λαμία, όπου έζησε 30 μήνες αυτοεγκλεισμένος στο σπίτι ενός φίλου του όλως παραδόξως “Βενιζελικού”, γράφοντας στο ημερολόγιό του την τραγική ειρωνεία ενός στρατιώτη που είχε πολεμήσει για την Ελλάδα και που τώρα η ίδια η Ελλάδα τον κυνηγούσε σαν εγκληματία.
Ανάμεσα στους θρύλους της εποχής, ξεχωρίζει η μεγάλη του αντιπαλότητα με τον Παύλο Γύπαρη, το «πρωτοπαλίκαρο» και άνθρωπο των “επικίνδυνων” αποστολών του Ελευθερίου Βενιζέλου. Οι δύο άνδρες είχαν παρόμοια πορεία και οι δύο Κρητικοί, και οι δύο με ανεπανάληπτες ικανότητες στον ανορθόδοξο πόλεμο. Μα ενώ ο Γύπαρης έγινε το εκτελεστικό όργανο του Βενιζέλου, ο Βάρδας αποτέλεσε το αντίπαλο δέος τον φόβο και το μέτρο της ανδρείας, τον άντρα που δεν έσκυβε κεφάλι σε καμιά πολιτική εξουσία. Ανάμεσά τους υπήρχε όχι μόνο ιδεολογική αντιπαλότητα, αλλά και προσωπική έχθρα, που χάραξε ανεξίτηλα τη μνήμη της εποχής.
Μετά το 1920 επανήλθε στον στρατό, έφτασε να διοικεί τη Σχολή Ευελπίδων και να υπηρετεί ως φρούραρχος Αθηνών. Όμως, η ταραγμένη Ελλάδα των πραξικοπημάτων και των εμφύλιων ρήξεων δεν του χάρισε γαλήνη. Το 1923 αποστρατεύτηκε οριστικά. Πολιτεύτηκε με το Λαϊκό Κόμμα, αλλά η μεγάλη του εποποιία είχε ήδη γραφτεί.Το 1942, στην καρδιά της Κατοχής, ο Καπετάν Βάρδας έσβησε στην Αθήνα, νικημένος όχι από σπαθί ή σφαίρα, αλλά από τις στερήσεις που έφερε η πείνα του πολέμου. Ένας ήρωας που έζησε τη ζωή του με το όπλο στο χέρι, έφυγε σιωπηλά, σαν να μην ήθελε να βαραίνει άλλο την Ιστορία με τον ίσκιο του.
Ο Γεώργιος Τσόντος – Βάρδας ανήκει στους ανθρώπους που δεν χώρεσαν σε κομματικές ταμπέλες και πολιτικούς συμβιβασμούς. Υπήρξε μαχητής της ελευθερίας, σκληρός πολέμαρχος, μα και τραγικός ήρωας του Εθνικού Διχασμού. Ο θρύλος του δεν έσβησε, γιατί ο ίδιος δεν πολέμησε για την υστεροφημία πολέμησε για να αναπνέει η Μακεδονία ελληνικά και να θυμίζει πως οι Κρητικοί ήξεραν να σηκώνουν στους ώμους τους τους καημούς ολόκληρου του Έθνους.Όταν οι Μακεδόνες τραγουδούσαν «Μεριάστε, ο Βάρδας να διαβεί», δεν υμνούσαν μόνο έναν άνθρωπο υμνούσαν το πνεύμα της Ελευθερίας που αυτός προσωποποιούσε.
Καταλήγοντας από τα βάθη της Ιστορίας, οι Κρητικοί υπήρξαν πάντοτε η αιχμή του δόρατος του Ελληνισμού. Από τους Κρήτες τοξότες που πλαισίωσαν την ένδοξη εκστρατεία του Μεγάλου Αλέξανδρου μέχρι τους άτρωτους πολεμιστές που έσπευσαν στα τείχη της Πόλης λίγο πριν την Άλωση για να σταθούν δίπλα στους τελευταίους υπερασπιστές της. Από τους αρματωμένους των Σφακιών που ύψωσαν το λάβαρο της επανάστασης, μέχρι τους Μακεδονομάχους που ανέβηκαν στα βουνά της Μακεδονίας και τους αντάρτες που έπεσαν πάνω στους Γερμανούς κατακτητές στα φαράγγια και στα οροπέδια.
Ο Γεώργιος Τσόντος, ο Καπετάν Βάρδας, δεν ήταν μόνος ήταν ο συνεχιστής αυτής της αδιάκοπης παράδοσης, ένας κρίκος στην αλυσίδα της κρητικής ανδρείας που δεν λύγισε ποτέ. Το όνομά του γράφτηκε δίπλα σε εκείνα των προγόνων που διάλεξαν την τιμή αντί για τη ζωή.Η μνήμη του δεν είναι απλώς μνήμη ενός άντρα, αλλά μνήμη του ίδιου του ήθους των Κρητών να σπεύδουν εκεί όπου το Έθνος κινδυνεύει, να πολεμούν δίχως φόβο και δίχως μέτρο, να γίνονται το προπύργιο της Ελευθερίας.
Ο Βάρδας υπήρξε το ζωντανό παράδειγμα αυτού του ήθους.Ένας Κρητικός που έγινε παντοτινός Μακεδονομάχος σύμβολο της αιώνιας ελληνικής ψυχής που, αιώνες τώρα, αντιστέκεται, θυσιάζεται και νικά.
Στυλ. Καβάζης

