Η Ελλάδα στήριξε το Κίεβο, χάλασε στρατηγικές ισορροπίες, συζήτησε συμπαραγωγή θαλάσσιων drones — και τώρα πληροφορείται ότι η Ουκρανία ήθελε όρο να μην χρησιμοποιηθούν κατά της Τουρκίας. Την ίδια ώρα, ένα ουκρανικής κατασκευής οπλισμένο θαλάσσιο drone βρέθηκε στη Λευκάδα.
Υπάρχουν στιγμές που η εξωτερική πολιτική μιας χώρας δεν μοιάζει με στρατηγική. Μοιάζει με παράδοση άνευ όρων.
Η Ελλάδα έδωσε πολιτική, διπλωματική και αμυντική στήριξη στην Ουκρανία. Πλήρωσε κόστος στις σχέσεις της με τη Ρωσία. Ευθυγραμμίστηκε πλήρως με τη δυτική γραμμή. Και τώρα βλέπει το Κίεβο να βάζει, σύμφωνα με δημοσιεύματα, όρο στη συζήτηση για θαλάσσια drones: να μη χρησιμοποιηθούν εναντίον της Τουρκίας σε περίπτωση ελληνοτουρκικής σύγκρουσης. Η «Καθημερινή» μετέδωσε ότι η Αθήνα δεν έχει αποδεχθεί τέτοιον όρο, θεωρώντας πως ένα οπλικό σύστημα δεν μπορεί να λειτουργεί υπό περιορισμούς τρίτης χώρας σε περίπτωση στρατιωτικής εμπλοκής.
Και εδώ αρχίζει το πραγματικό ερώτημα:
Τότε εναντίον ποιου τα χρειαζόμαστε; Του πριγκιπάτου του Μονακό;
Γιατί η Ελλάδα δεν αγοράζει, δεν συμπαράγει και δεν συζητά θαλάσσια drones για διακόσμηση. Τα χρειάζεται για αποτροπή. Για το Αιγαίο. Για την Ανατολική Μεσόγειο. Για το μοναδικό υπαρκτό στρατιωτικό πρόβλημα που έχει απέναντί της: την Τουρκία.
Την ίδια ώρα, το άλλο σοκ ήρθε από τη Λευκάδα. Ένα στρατιωτικό μη επανδρωμένο σκάφος επιφανείας, φερόμενο ως οπλισμένο και ουκρανικής κατασκευής, βρέθηκε σε ελληνικό νησί. Ο υπουργός Άμυνας Νίκος Δένδιας χαρακτήρισε το περιστατικό «εξαιρετικά σοβαρό» για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας, ενώ διεθνή και ελληνικά μέσα μετέδωσαν ότι τα εκρηκτικά εξουδετερώθηκαν και ότι το σκάφος εξετάζεται από τις ελληνικές αρχές.
Και εδώ το κράτος πρέπει να απαντήσει καθαρά:
Το είδαμε και το αφήσαμε;
Ή δεν το είδαμε καθόλου;
Διότι και τα δύο είναι πολιτικά τρομακτικά. Αν το γνώριζαν, τότε μιλάμε για σιωπή μπροστά σε πολεμικό υλικό ξένης προέλευσης μέσα στον ελληνικό θαλάσσιο χώρο. Αν δεν το γνώριζαν, τότε μιλάμε για κενό επιτήρησης σε μια χώρα που κάνει σημαία την «ασφάλεια», την «ετοιμότητα» και την «τεχνολογική υπεροχή».
Και το πιο εξοργιστικό; Το κράτος που δεν φαίνεται να μπορεί να απαντήσει πειστικά πώς ένα οπλισμένο τηλεκατευθυνόμενο «πυρπολικό» κατέληξε στο Ιόνιο, είναι το ίδιο κράτος που κουνούσε το δάχτυλο στους πολίτες στο όνομα της εθνικής ασφάλειας. Το ίδιο πολιτικό σύστημα που άφησε να πλανάται πάνω από τη χώρα η σκιά των υποκλοπών, των παρακολουθήσεων και του Predator, τώρα εμφανίζεται αιφνιδιασμένο από ένα πολεμικό drone στη Λευκάδα.
Δηλαδή έχουμε μάτια για να παρακολουθούμε πολιτικούς, αξιωματικούς, υπουργούς και αντιπάλους, αλλά δεν έχουμε μάτια για να βλέπουμε τι πλέει μέσα στα νερά μας;
Αυτό δεν είναι απλώς αμηχανία. Είναι θεσμικός εξευτελισμός.
Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να στηρίζει το διεθνές δίκαιο. Έχει κάθε λόγο να καταδικάζει εισβολές, κατοχές και παραβιάσεις συνόρων. Αλλά δεν μπορεί να το κάνει επιλεκτικά. Δεν μπορεί να δίνει γη και ύδωρ σε μια χώρα που δεν έχει βρει ούτε μία καθαρή φράση για την τουρκική εισβολή και κατοχή στην Κύπρο. Δεν μπορεί να παριστάνει ότι δεν βλέπει πως το Κίεβο κρατά την Άγκυρα ως κρίσιμο στρατηγικό συνομιλητή, λόγω Μαύρης Θάλασσας, drones, ναυπηγείων και γεωπολιτικής εξάρτησης. Δημοσιεύματα σημειώνουν ακριβώς αυτό το υπόβαθρο: ότι η Τουρκία παραμένει πολύτιμος αμυντικός και διπλωματικός εταίρος για την Ουκρανία.
Άρα, ας τελειώνουμε με τις αυταπάτες.
Η διεθνής πολιτική δεν έχει φιλίες. Έχει συμφέροντα.
Και όποιος μπαίνει σε τραπέζι διαπραγμάτευσης χωρίς να έχει πρώτο το δικό του εθνικό συμφέρον, δεν κάνει εξωτερική πολιτική. Κάνει θελήματα.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να είναι χρήσιμη στους άλλους και αφελής για τον εαυτό της. Δεν μπορεί να στηρίζει όσους δεν στηρίζουν την Κύπρο. Δεν μπορεί να συζητά όπλα που δεν θα επιτρέπεται να τα χρησιμοποιήσει απέναντι στη μόνη πραγματική απειλή της. Και κυρίως, δεν μπορεί να παριστάνει την υπερδύναμη της επιτήρησης όταν ένα οπλισμένο θαλάσσιο drone φτάνει στη Λευκάδα και το κράτος ψάχνει μετά να καταλάβει τι έγινε.
Γιατί τότε δεν μιλάμε για στρατηγική.
Μιλάμε για δουλικότητα ντυμένη με διπλωματικό κοστούμι.
Και για ανικανότητα που ζητά να τη λέμε «υπευθυνότητα».

