Κοιτάξτε καλά αυτούς που πίστεψαν ότι βρήκαν τον δρόμο προς τον εύκολο πλουτισμό. Εκείνους που, πίσω από εταιρείες-«φαντάσματα», περίπλοκα εταιρικά σχήματα και εικονικές συναλλαγές, φέρονται να είχαν στήσει έναν μηχανισμό απάτης σε βάρος του Δημοσίου και τελικά όλων των φορολογουμένων.
Χρειάστηκε να παρέμβει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, υπό τη Λάουρα Κοβέσι, για να αποκαλυφθεί ένα φερόμενο κύκλωμα απάτης τύπου «καρουζέλ» στον ΦΠΑ, με ζημία που οι αρχές εκτιμούν ότι υπερβαίνει τα 70 εκατομμύρια ευρώ.
Το σχήμα, σύμφωνα με την έρευνα, ήταν απλό αλλά εξαιρετικά επικερδές. Εταιρείες αγόραζαν ηλεκτρονικά προϊόντα από άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης χωρίς ΦΠΑ, τα μεταπωλούσαν στην Ελλάδα εισπράττοντας κανονικά τον φόρο και στη συνέχεια οι λεγόμενοι «εξαφανισμένοι έμποροι» δεν τον απέδιδαν ποτέ στο Δημόσιο. Οι εταιρείες έκλειναν ή εξαφανίζονταν και το χρήμα κατέληγε στις τσέπες των εμπλεκομένων.
Το ερώτημα όμως είναι αμείλικτο: πού βρίσκονταν όλα αυτά τα χρόνια οι ελεγκτικοί μηχανισμοί του ελληνικού κράτους; Πώς ένα τόσο εκτεταμένο δίκτυο, που φέρεται να λειτουργούσε επί σειρά ετών και σε πολλές χώρες, δεν εντοπίστηκε εγκαίρως; Γιατί οι μεγάλες υποθέσεις αποκαλύπτονται συχνά όταν αναλαμβάνουν δράση ευρωπαϊκές αρχές και όχι οι εγχώριες υπηρεσίες;
Η έρευνα βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη και οι εμπλεκόμενοι έχουν το τεκμήριο της αθωότητας μέχρι να υπάρξουν αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις. Αυτό όμως δεν μειώνει τη σοβαρότητα της υπόθεσης ούτε το μέγεθος της ζημίας που ερευνάται.
Οι πολίτες έχουν κάθε λόγο να απαιτούν πλήρη διερεύνηση, απόδοση ευθυνών όπου αυτές αποδειχθούν και ανάκτηση κάθε ευρώ που τυχόν αφαιρέθηκε από τα δημόσια ταμεία. Όποιος αποδειχθεί ότι συμμετείχε σε τέτοιες πρακτικές πρέπει να αντιμετωπίσει όλες τις συνέπειες που προβλέπει ο νόμος, τόσο ποινικές όσο και οικονομικές.
Η υπόθεση αυτή αποτελεί μια ακόμη υπενθύμιση ότι η διαφθορά δεν αντιμετωπίζεται με συνθήματα αλλά με αποτελεσματικούς ελέγχους, ανεξάρτητη Δικαιοσύνη και πραγματική λογοδοσία.
Αν οι κατηγορίες επιβεβαιωθούν στα δικαστήρια, τότε όσοι πίστεψαν ότι μπορούσαν να πλουτίζουν εις βάρος της κοινωνίας θα διαπιστώσουν ότι η ατιμωρησία δεν είναι δεδομένη. Και αυτό είναι το μήνυμα που πρέπει να περάσει: κανείς δεν μπορεί να θεωρεί το δημόσιο χρήμα προσωπική του περιουσία.

