Υπάρχει κάτι πιο αποκαλυπτικό για την ποιότητα ενός κράτους από τον τρόπο που φέρεται στους ανθρώπους που το κράτησαν όρθιο; Οι γιατροί του ΕΣΥ, μετά από επτά χρόνια δικαστικού αγώνα, δικαιώθηκαν τελεσίδικα για τις παράνομες μνημονιακές περικοπές. Και όμως, η διοίκηση του νοσοκομείου, με την πολιτική κάλυψη του υπουργείου Υγείας, αρνείται να εφαρμόσει την απόφαση.
Δεν πρόκειται για μια απλή διοικητική δυσλειτουργία. Πρόκειται για το πραγματικό πρόσωπο ενός κράτους που απαιτεί απόλυτη συμμόρφωση από τον πολίτη, αλλά για τις δικές του υποχρεώσεις επιστρατεύει καθυστερήσεις, νομικά τεχνάσματα, γραφειοκρατικές προφάσεις και οικονομική εξόντωση. Με απλά λόγια: όταν χρωστάς στο Δημόσιο, σε κυνηγούν. Όταν σου χρωστά το Δημόσιο, σε εμπαίζουν.
Τελεσίδικη δικαίωση στα χαρτιά, άρνηση στην πράξη
Οι γιατροί του ΕΣΥ δεν ζητούν χάρη. Ζητούν το αυτονόητο: την εφαρμογή μιας τελεσίδικης δικαστικής απόφασης που έκρινε παράνομη την περικοπή των μισθών τους.
Κι όμως, αντί για αποκατάσταση, βρίσκουν απέναντί τους ένα τείχος κρατικής αλαζονείας.
Το μήνυμα είναι σαφές και επικίνδυνο:
ακόμη κι αν δικαιωθείς από τη Δικαιοσύνη, το κράτος μπορεί να συνεχίσει να σου αρνείται όσα σου ανήκουν, αρκεί να σε εξαντλήσει αρκετά.
Αυτό δεν είναι κράτος δικαίου.
Είναι διοικητικός σαδισμός με θεσμική σφραγίδα.
Οι άδειες που δεν δόθηκαν ποτέ και η ντροπή της έφεσης
Γιατρός του ΕΣΥ αποχωρεί από το νοσοκομείο έχοντας συσσωρεύσει 180 ημέρες κανονικής άδειας, τις οποίες δεν μπόρεσε να λάβει λόγω πανδημίας, αναστολής αδειών και τραγικής υποστελέχωσης. Δηλαδή επειδή το ίδιο το σύστημα στηρίχθηκε πάνω στην εξουθένωσή του.
Όταν ζήτησε είτε να λάβει μέρος αυτής της άδειας πριν την οριστική αποχώρηση είτε να αποζημιωθεί, η απάντηση ήταν η γνωστή ελληνική αθλιότητα:
«να το διεκδικήσετε δικαστικά».
Πήγε δικαστικά. Δικαιώθηκε πλήρως πρωτόδικα.
Και ποια ήταν η απάντηση του κράτους;
Έφεση.
Όχι συμμόρφωση.
Όχι αναγνώριση.
Όχι στοιχειώδης σεβασμός.
Έφεση.
Το κράτος δηλαδή δεν ντρέπεται να πολεμά δικαστικά εκείνον που δούλεψε χωρίς άδειες για να μη γονατίσει το νοσοκομείο.
Ένα κράτος δύο μέτρων και δύο σταθμών
Αυτό είναι το μοντέλο εξουσίας που έχει οικοδομηθεί:
ένα κράτος αμείλικτο προς τον αδύναμο και δουλικό προς τη δική του αυθαιρεσία.
Αν ο πολίτης χρωστά ένα ευρώ, έρχονται κατασχέσεις, προσαυξήσεις, απειλές, αποκλεισμοί.
Αν ο εργαζόμενος καθυστερήσει εισφορές, τιμωρείται άμεσα.
Αν όμως το κράτος χρωστά δεδουλευμένα, αποζημιώσεις, μισθούς ή δικαστικά επιδικασμένα ποσά, τότε ξαφνικά ανακαλύπτει «νομικά κενά», «γραφειοκρατικά προβλήματα» και «διαδικαστικές δυσκολίες».
Αυτό δεν είναι ισονομία.
Είναι κρατική υποκρισία.
Και όταν αυτό συμβαίνει στους γιατρούς του ΕΣΥ, σε ανθρώπους που σήκωσαν στις πλάτες τους μνημόνια, πανδημία, ελλείψεις και εξουθένωση, τότε το πρόβλημα δεν είναι απλώς διοικητικό.
Είναι βαθιά πολιτικό, βαθιά ηθικό και βαθιά καθεστωτικό.
Το πιο επικίνδυνο δεν είναι ότι το κράτος αδικεί. Είναι ότι έχει μετατρέψει την αδικία σε διοικητική ρουτίνα και την εξόντωση του πολίτη σε επίσημη πρακτική.
Ένα κράτος που αρνείται να πληρώσει όσα του επιδικάζει η Δικαιοσύνη, που σέρνει γιατρούς στα δικαστήρια για δεδουλευμένα και άδειες που τους στέρησε το ίδιο, δεν είναι ούτε σοβαρό ούτε δίκαιο. Είναι ένα κράτος-εισπράκτορας προς τους αδύναμους και ένα κράτος-φυγόπονο απέναντι στις δικές του ευθύνες.
Και αυτό δεν λέγεται δημοκρατική διοίκηση. Λέγεται θεσμική ντροπή.

