Η Ελλάδα γερνάει, οι οικογένειες λυγίζουν, οι δημόσιες δομές δεν επαρκούν και η φροντίδα των ηλικιωμένων μετατρέπεται σε πεδίο απόγνωσης, κέρδους και εκμετάλλευσης
Η υπόθεση του παράνομου γηροκομείου στους Αμπελόκηπους δεν ήταν απλώς ένα σοκαριστικό περιστατικό. Ήταν η βίαιη αποκάλυψη μιας πραγματικότητας που πολλοί γνωρίζουν, αλλά το κράτος επιμένει να αντιμετωπίζει αποσπασματικά: η Ελλάδα δεν διαθέτει οργανωμένο, επαρκές και πραγματικά προσβάσιμο σύστημα μακροχρόνιας φροντίδας για τους ηλικιωμένους.
Και όταν το κράτος λείπει, το κενό δεν μένει άδειο. Το καλύπτει η οικογένεια, μέχρι να εξαντληθεί. Το καλύπτει η ιδιωτική αγορά, για όσους μπορούν να πληρώσουν. Και, στις πιο σκοτεινές γωνιές, το καλύπτουν οι επιτήδειοι που μετατρέπουν την ανάγκη σε εμπόριο ανθρώπινης αδυναμίας.
Οι οικογένειες γίνονται μόνες τους «σύστημα πρόνοιας»
Χιλιάδες πολίτες αναγκάζονται να γίνουν φροντιστές των ηλικιωμένων γονιών τους. Άλλοι μειώνουν την εργασία τους, άλλοι την εγκαταλείπουν πλήρως, άλλοι προσπαθούν να συνδυάσουν παιδιά, δουλειά, δάνεια, λογαριασμούς και έναν ηλικιωμένο άνθρωπο που χρειάζεται καθημερινή, συχνά εξειδικευμένη φροντίδα.
Αυτό δεν είναι οικογενειακή αλληλεγγύη. Είναι μεταφορά κρατικής ευθύνης στις πλάτες των νοικοκυριών.
Όταν ένας ηλικιωμένος πάσχει από άνοια, κινητικά προβλήματα, χρόνια νοσήματα ή πλήρη αδυναμία αυτοεξυπηρέτησης, δεν αρκεί η καλή πρόθεση του παιδιού του. Χρειάζεται σύστημα. Χρειάζεται προσωπικό. Χρειάζεται δομή. Χρειάζεται επίβλεψη. Χρειάζεται χρηματοδότηση.
Στην Ελλάδα, όμως, η απάντηση συχνά είναι: «βρείτε τα μόνοι σας».
Δημόσιες δομές σχεδόν ανύπαρκτες, ιδιωτικές δομές πανάκριβες
Τα στοιχεία που παρατίθενται στο ρεπορτάζ είναι αποκαλυπτικά. Το υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας κάνει λόγο για 344 αδειοδοτημένες μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων, ενώ η Πανελλήνια Ένωση Μονάδων Φροντίδας Ηλικιωμένων ανεβάζει τον αριθμό περίπου στις 450.
Ακόμη κι έτσι, οι ανάγκες δεν καλύπτονται.
Η Ελλάδα έχει περίπου 16.500 κλίνες μακροχρόνιας φροντίδας, τη στιγμή που το 23% του πληθυσμού είναι άνω των 65 ετών. Η χώρα βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε κλίνες φροντίδας ηλικιωμένων, με λιγότερες δυνατότητες ακόμη και σε σχέση με τις πραγματικές κοινωνικές ανάγκες που ήδη πιέζουν το σύστημα.
Και επειδή δημόσιο δίκτυο ουσιαστικά δεν υπάρχει, οι περισσότερες οικογένειες στρέφονται στις ιδιωτικές μονάδες. Εκεί, το κόστος κινείται συνήθως από 1.000 έως 2.000 ευρώ τον μήνα, χωρίς να υπολογίζονται φάρμακα, εξετάσεις, γιατροί, αναλώσιμα και πρόσθετες ανάγκες.
Για ένα μέσο ελληνικό νοικοκυριό, αυτό δεν είναι απλώς μεγάλο ποσό. Είναι οικονομική εξόντωση.
Το επίδομα δεν φτάνει σε όσους το έχουν ανάγκη
Το εξωιδρυματικό επίδομα θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ανάσα για πολλές οικογένειες. Όμως, σύμφωνα με τα στοιχεία που αναφέρονται, τα κριτήρια είναι τόσο αυστηρά, ώστε πολλοί άνθρωποι που πραγματικά χρειάζονται στήριξη να μένουν εκτός.
Το αποτέλεσμα είναι απλό και σκληρό: η φροντίδα του ηλικιωμένου γονέα μετατρέπεται σε ιδιωτική οικονομική τραγωδία.
Η σύνταξη του ηλικιωμένου συχνά καλύπτει μόνο ένα μέρος του κόστους. Το υπόλοιπο το πληρώνουν τα παιδιά. Αν μπορούν. Αν δεν μπορούν, αρχίζει η αναζήτηση «φθηνότερης λύσης». Και εκεί ανοίγει η πόρτα στο ανεξέλεγκτο.
Εκεί γεννιούνται τα παράνομα γηροκομεία
Όταν μια νόμιμη δομή κοστίζει 1.500 ευρώ και κάποιος εμφανίζεται να προσφέρει «φροντίδα» με 600 ευρώ, η απελπισμένη οικογένεια μπορεί να μπει στον πειρασμό. Όχι επειδή δεν αγαπά τον άνθρωπό της. Αλλά επειδή δεν αντέχει.
Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο σημείο της υπόθεσης.
Τα παράνομα γηροκομεία δεν γεννιούνται μόνο από την ασυδοσία κάποιων. Γεννιούνται και από την απουσία κρατικής πολιτικής. Από τη φτώχεια. Από την έλλειψη ελέγχων. Από την απελπισία. Από την αδυναμία του κράτους να πει στους πολίτες: «υπάρχει ασφαλής λύση».
Αντί γι’ αυτό, οικογένειες ψάχνουν μόνες τους σε αγγελίες, social media, γνωστούς, διαμερίσματα, άτυπες δομές και πρόχειρες λύσεις. Και οι ηλικιωμένοι άνθρωποι, οι πιο ευάλωτοι πολίτες, μπορεί να καταλήξουν σε συνθήκες εγκατάλειψης, υποσιτισμού, ακαταλληλότητας και φόβου.
Έλεγχοι χωρίς κεντρική εικόνα
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι δεν υπάρχει πλήρης, κεντρική και διαφανής εικόνα για τους ελέγχους, τα πρόστιμα, τις σφραγίσεις και την πραγματική κατάσταση των μονάδων φροντίδας ηλικιωμένων σε όλη τη χώρα.
Οι Περιφέρειες έχουν την αρμοδιότητα για αδειοδότηση και ελέγχους, όμως συχνά δεν διαθέτουν επαρκές προσωπικό. Ενδεικτικά, στην Περιφέρεια Αττικής υπάρχουν 1.544 κοινωνικές δομές κάθε είδους και μόλις 61 κοινωνικοί σύμβουλοι για ελέγχους και εποπτεία.
Αυτό δεν είναι μηχανισμός ελέγχου. Είναι μηχανισμός που τρέχει πίσω από τις καταγγελίες.
Και στην πρόνοια, όταν το κράτος φτάνει μόνο μετά την καταγγελία, πολλές φορές φτάνει αργά.
Δεν αρκεί η άδεια — χρειάζεται ποιότητα
Το πρόβλημα δεν σταματά στις παράνομες δομές. Ακόμη και στις αδειοδοτημένες μονάδες, η ποιότητα δεν είναι παντού ίδια. Άλλες προσφέρουν αξιοπρεπή και σύγχρονη φροντίδα. Άλλες παραμένουν σε παρωχημένες αντιλήψεις, με εικόνες ιδρυματοποίησης, απομόνωσης και ελλιπούς κοινωνικής ένταξης.
Γι’ αυτό οι έλεγχοι δεν πρέπει να περιορίζονται στα χαρτιά, στις άδειες και στις τυπικές προδιαγραφές. Πρέπει να μπαίνουν στην ουσία: διατροφή, καθαριότητα, ιατρική παρακολούθηση, προσωπικό, αξιοπρέπεια, ψυχοκοινωνική στήριξη, συμμετοχή της οικογένειας, σεβασμός στον ηλικιωμένο άνθρωπο.
Ο ηλικιωμένος δεν είναι «φιλοξενούμενος αριθμός». Είναι άνθρωπος με ιστορία, ανάγκες, φόβους και δικαιώματα.
Τι πρέπει να γίνει
Η χώρα χρειάζεται επειγόντως εθνικό σχέδιο μακροχρόνιας φροντίδας. Όχι άλλη αποσπασματική διαχείριση. Όχι άλλα μπαλώματα. Όχι άλλη μεταφορά της ευθύνης στις οικογένειες.
Χρειάζονται:
Πρώτον, ενίσχυση των δημόσιων και μη κερδοσκοπικών δομών φροντίδας ηλικιωμένων.
Δεύτερον, οικονομική στήριξη των οικογενειών με πραγματικά κριτήρια ανάγκης και όχι με εξοντωτικούς αποκλεισμούς.
Τρίτον, voucher φροντίδας για όσους δεν μπορούν να πληρώσουν ιδιωτική μονάδα.
Τέταρτον, ενιαίο εθνικό μητρώο δομών, ελέγχων, προστίμων και καταγγελιών.
Πέμπτον, αυστηροί και αιφνιδιαστικοί έλεγχοι σε παράνομες δομές, διαμερίσματα και χώρους που λειτουργούν χωρίς άδεια.
Έκτον, ποιοτικά κριτήρια αξιολόγησης για όλες τις μονάδες.
Έβδομον, στήριξη των φροντιστών με άδειες, ευέλικτη εργασία, συμβουλευτική και οικονομική βοήθεια.
Η Ελλάδα γερνάει. Αυτό δεν είναι απειλή. Είναι πραγματικότητα.
Το ερώτημα είναι αν θα γεράσουμε ως κοινωνία με αξιοπρέπεια ή αν θα αφήσουμε τους ηλικιωμένους μας ανάμεσα στην οικονομική αδυναμία της οικογένειας, στην ανεπάρκεια του κράτους και στην ασυδοσία όσων μυρίζονται κέρδος πάνω στην ανθρώπινη ανάγκη.
Γιατί ο τρόπος που μια χώρα φροντίζει τους ηλικιωμένους της δείχνει τι είδους κοινωνία είναι.
Και σήμερα, η εικόνα δεν είναι απλώς ανησυχητική.
Είναι ντροπιαστική.

