Την ώρα που η κοινωνία μετράει ευρώ με ευρώ, η κυβέρνηση φέρνει διάταξη που ανεβάζει θεαματικά τις αποδοχές της ανώτατης εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Όχι των απλών ιερέων της ενορίας. Όχι των χαμηλόμισθων κληρικών που βρίσκονται καθημερινά δίπλα στον κόσμο. Των Αρχιερέων.
Στο υπό διαβούλευση νομοσχέδιο του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, το άρθρο 56 προβλέπει ότι οι μηνιαίες αποδοχές του Αρχιεπισκόπου, των Μητροπολιτών και των Τιτουλάριων Μητροπολιτών θα καθορίζονται στο 90% του ανώτατου ορίου αποδοχών του άρθρου 28 του ν. 4354/2015. Για τους Τιτουλάριους και Βοηθούς Επισκόπους προβλέπεται το 70% των αποδοχών αυτών. Η ίδια διάταξη αναφέρει ότι πέρα από αυτές τις αποδοχές δεν θα καταβάλλεται άλλη παροχή.
Με απλά λόγια: οι αποδοχές της κορυφής της Εκκλησίας δένονται πλέον με το μισθολογικό «ταβάνι» του Δημοσίου, δηλαδή με τις αποδοχές Γενικού Γραμματέα Υπουργείου. Το ισχύον γενικό ανώτατο όριο αποδοχών, από 1η Απριλίου 2026, διαμορφώνεται στα 5.191 ευρώ μικτά. Άρα το 90% αντιστοιχεί περίπου σε 4.672 ευρώ μικτά για Αρχιεπίσκοπο και Μητροπολίτες, ενώ το 70% αυτού του ποσού αντιστοιχεί περίπου σε 3.270 ευρώ μικτά για Τιτουλάριους και Βοηθούς Επισκόπους.
Η σύγκριση είναι αποκαλυπτική. Σύμφωνα με τον πίνακα βασικών μισθών που ισχύει από 1η Απριλίου 2026, ο Αρχιεπίσκοπος βρίσκεται στα 2.740 ευρώ, ο Μητροπολίτης στα 2.350 ευρώ και ο Τιτουλάριος ή Βοηθός Επίσκοπος στα 1.960 ευρώ. Με τη νέα ρύθμιση, οι Μητροπολίτες πηγαίνουν κοντά στα 4.700 ευρώ, δηλαδή μιλάμε για αύξηση που αγγίζει το 100% σε σχέση με τον βασικό μισθό που εμφανίζεται στον σχετικό πίνακα.
Και όλα αυτά σε ποια συγκυρία; Σε μια περίοδο όπου ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε στα 920 ευρώ, δηλαδή κατά 40 ευρώ μεικτά από 1η Απριλίου 2026, ενώ η ακρίβεια συνεχίζει να πιέζει νοικοκυριά και εργαζόμενους. Η Eurostat εκτίμησε τον εναρμονισμένο πληθωρισμό της Ελλάδας στο 5% για τον Μάιο 2026, με την κοινωνία να ζει καθημερινά την πραγματική πίεση στο σούπερ μάρκετ, στο ρεύμα, στα καύσιμα και στα ενοίκια.
Εδώ δεν μιλάμε για τεχνική μισθολογική προσαρμογή. Μιλάμε για πολιτική επιλογή. Και η πολιτική επιλογή έχει πάντα μήνυμα. Όταν ο εργαζόμενος παίρνει ψίχουλα, όταν ο συνταξιούχος βλέπει το εισόδημά του να εξαφανίζεται πριν τελειώσει ο μήνας, όταν οι οικογένειες κόβουν από βασικά αγαθά, η κυβέρνηση βρίσκει τρόπο να ανοίξει διάπλατα το ταμείο για την κορυφή της Ιεραρχίας.
Το ακόμη πιο προκλητικό είναι ότι η ρύθμιση δεν αφορά συνολικά τον κλήρο. Δεν αφορά τον απλό παπά στο χωριό, τον εφημέριο που τρέχει σε κηδείες, βαφτίσεις, κοινωνικά συσσίτια και οικογένειες που έχουν ανάγκη. Αφορά την ανώτατη εκκλησιαστική βαθμίδα. Τους ήδη ισχυρούς. Τους ήδη θεσμικά προστατευμένους. Τους ανθρώπους που δεν βιώνουν την αγωνία του κατώτατου μισθού, ούτε το άγχος του λογαριασμού που δεν βγαίνει.
Η κυβέρνηση μπορεί να το βαφτίσει «εξορθολογισμό». Μπορεί να μιλήσει για «ενιαίο πλαίσιο». Μπορεί να επικαλεστεί μισθολογικές ισορροπίες. Όμως η κοινωνία βλέπει την ουσία: για τους πολλούς υπάρχει υπομονή, λιτότητα και αναμονή. Για τους λίγους υπάρχει άμεση ρύθμιση, γενναία αναπροσαρμογή και θεσμική φροντίδα.
Και επειδή όλα έχουν και τον χρόνο τους, η συγκεκριμένη διάταξη προβλέπεται να ισχύσει από 1η Ιουλίου 2026, εφόσον βεβαίως ψηφιστεί όπως έχει τεθεί στη διαβούλευση. Δηλαδή η πολιτική απόφαση δεν είναι αφηρημένη. Έχει ημερομηνία. Έχει ποσά. Έχει αποδέκτες.
Το ζήτημα δεν είναι αντιεκκλησιαστικό. Είναι βαθιά πολιτικό και κοινωνικό. Η πίστη δεν έχει ανάγκη από μισθολογικά προνόμια. Η Εκκλησία της προσφοράς δεν ταυτίζεται με τις αυξήσεις της Ιεραρχίας. Και ο σεβασμός προς τη θρησκεία δεν σημαίνει σιωπή μπροστά σε μια διάταξη που προκαλεί το κοινό περί δικαίου αίσθημα.
Γιατί τελικά το ερώτημα είναι απλό: όταν υπάρχουν χρήματα για τέτοιες αυξήσεις, γιατί δεν υπάρχουν αντίστοιχα χρήματα για τους χαμηλόμισθους, τους νοσηλευτές, τους εκπαιδευτικούς, τους αστυνομικούς, τους συνταξιούχους, τους νέους εργαζόμενους και τις οικογένειες που δεν βγάζουν τον μήνα;
Αν αυτό δεν είναι πολιτική προτεραιότητα υπέρ των λίγων, τότε τι είναι;

