Η Τουρκία επιχειρεί να επιστρέψει στο κέντρο της δυτικής αμυντικής αρχιτεκτονικής, με τη Βρετανία να της ανοίγει πόρτες σε βιομηχανία, εξοπλισμούς, κυβερνοασφάλεια και ΝΑΤΟϊκή συνεργασία.
Η Τουρκία και το Ηνωμένο Βασίλειο αναμένεται να υπογράψουν νέα συμφωνία ασφάλειας και άμυνας, η οποία – σύμφωνα με το Middle East Eye – θα προβλέπει στενότερη συνεργασία σε κρίσιμους τομείς: αμυντική βιομηχανία, αντιμετώπιση τρομοκρατίας, υβριδικές απειλές και κυβερνοασφάλεια.
Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι μόνο η υπογραφή. Είναι το πολιτικό μήνυμα. Η Άγκυρα δεν κινείται πλέον ως απομονωμένος «δύσκολος σύμμαχος» του ΝΑΤΟ. Επιχειρεί να εμφανιστεί ως απαραίτητος στρατηγικός παίκτης για τη Δύση, την ώρα που οι ΗΠΑ πιέζουν την Ευρώπη να αναλάβει μεγαλύτερο βάρος στην άμυνα και η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία ψάχνει νέες ισορροπίες.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μεταδίδονται, η συμφωνία θα υπογραφεί κατά τη συνάντηση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν με τον Βρετανό πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ. Πηγές που γνωρίζουν το περιεχόμενο του κειμένου τη χαρακτηρίζουν «ολοκληρωμένη», αποφεύγοντας όμως να αποκαλύψουν αν περιλαμβάνει ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής, αντίστοιχη με εκείνη που προβλέπει η ελληνογαλλική συμφωνία του 2021.
Αυτό ακριβώς είναι το σημείο που πρέπει να χτυπήσει καμπανάκι στην Αθήνα. Διότι αν το κείμενο μένει μυστικό, αλλά συγκρίνεται με τη συμφωνία Ελλάδας – Γαλλίας, τότε το ερώτημα είναι απλό: τι δεσμεύεται να κάνει το Λονδίνο υπέρ της Άγκυρας και σε ποιο εύρος;
Η Βρετανία δεν είναι τυχαίος παίκτης. Διαθέτει ισχυρή αμυντική βιομηχανία, έχει κρίσιμο ρόλο στο πρόγραμμα των Eurofighter Typhoon και διατηρεί ειδικό γεωπολιτικό βάρος στην Ανατολική Μεσόγειο, ιδίως λόγω Κύπρου. Η εμβάθυνση της σχέσης της με την Τουρκία δεν είναι απλώς διμερής υπόθεση. Επηρεάζει τις ισορροπίες σε Αιγαίο, Κύπρο, Ανατολική Μεσόγειο και ΝΑΤΟ.
Η Άγκυρα αξιοποιεί τη συγκυρία με απόλυτη ψυχρότητα. Από τη μία πλευρά συνομιλεί με τις ΗΠΑ για πιθανή επιστροφή στα F-35 και άρση των κυρώσεων CAATSA. Από την άλλη, προωθεί τα Eurofighter μέσω Βρετανίας. Ταυτόχρονα, πιέζει Γαλλία και Ιταλία για το αντιαεροπορικό σύστημα SAMP/T και επιδιώκει συμπαραγωγές, τεχνογνωσία και άρση περιορισμών στην αμυντική συνεργασία εντός ΝΑΤΟ.
Με απλά λόγια, η Τουρκία παίζει σε όλα τα ταμπλό. Δεν εγκαταλείπει τις διεκδικήσεις της. Δεν έχει αποσύρει το casus belli. Δεν έχει εγκαταλείψει τη «Γαλάζια Πατρίδα». Δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία. Κι όμως, εμφανίζεται ξανά ως περιζήτητος στρατηγικός εταίρος.
Για την Ελλάδα, το ζήτημα δεν είναι να πανικοβληθεί. Είναι να πάψει να αιφνιδιάζεται. Η νέα βρετανοτουρκική αμυντική προσέγγιση δείχνει ότι οι συμμαχίες δεν είναι στατικές. Χτίζονται, αλλάζουν, ανατρέπονται και συχνά υπηρετούν ωμά συμφέροντα.
Η Αθήνα οφείλει να ζητήσει καθαρές απαντήσεις από το Λονδίνο. Τι ακριβώς περιλαμβάνει η συμφωνία; Υπάρχει ρήτρα στρατιωτικής υποστήριξης; Καλύπτει κρίσεις μεταξύ συμμάχων του ΝΑΤΟ; Έχει πρόνοιες που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν από την Τουρκία σε βάρος ελληνικών ή κυπριακών συμφερόντων;
Η Τουρκία δεν αγοράζει απλώς αεροπλάνα. Αγοράζει πολιτική επιρροή. Δεν υπογράφει απλώς συμφωνίες. Χτίζει πλέγμα δεσμεύσεων γύρω από τη Δύση.
Και η Ελλάδα πρέπει να καταλάβει ότι στην εξωτερική πολιτική δεν αρκεί να έχεις δίκιο. Πρέπει να έχεις σχέδιο, συμμαχίες, αποτροπή και φωνή που ακούγεται πριν υπογραφούν οι συμφωνίες – όχι μετά.

