Η νέα ενεργειακή «φιλανθρωπία» δεν μυρίζει κοινωνική δικαιοσύνη — μυρίζει πολιτική παγίδα με πράσινο περιτύλιγμα
Ξαφνικά, εκείνοι που άφησαν τον πολίτη να πνίγεται στην ακρίβεια, στον αποκλεισμό από το δίκτυο και στην ενεργειακή ομηρία, ανακάλυψαν το «κοινωνικό τους πρόσωπο». Και τώρα εμφανίζονται ως ευεργέτες, μοιράζοντας υποσχέσεις για «τζάμπα» ρεύμα, λες και η κοινωνία είναι επαίτης που πρέπει να φιλήσει το χέρι εκείνου που της παίρνει πρώτα το δικαίωμα και μετά της πουλάει τη χάρη.
Γιατί αυτό δεν είναι σχέδιο απελευθέρωσης του πολίτη. Είναι σχέδιο διαχείρισης της οργής του. Δεν δίνει αυτονομία· δίνει παρηγοριά. Δεν επιστρέφει δύναμη στον δημότη· τον κρατά εξαρτημένο. Και πίσω από το παραμύθι της «κοινωνικής» ενέργειας, προβάλλει όλο και πιο καθαρά η παλιά, χυδαία αλήθεια: οι μεγάλοι πιάνουν τον χώρο, οι τοπικές κοινωνίες πληρώνουν το τοπίο και στο τέλος τους ζητούν κι ευγνωμοσύνη.
Ο πολίτης δεν θέλει ελεημοσύνη — θέλει το δικαίωμά του
Η μεγάλη απάτη του αφηγήματος αρχίζει από τη γλώσσα.
Σου λένε «θα σου δώσουμε δωρεάν ρεύμα», λες και το φυσικό δικαίωμα του πολίτη στην ενεργειακή αυτονόμηση είναι επίδομα που απονέμεται από φωτισμένους σωτήρες.
Όμως ο πολίτης δεν είναι επαίτης της πρίζας. Δεν είναι πελάτης που πρέπει να περιμένει πότε θα τον θυμηθεί ο Δήμος, η Περιφέρεια ή ο κάθε διαχειριστής ενός γιγαντιαίου σχεδίου. Είναι ο φυσικός δικαιούχος της δικής του ενέργειας, ο άνθρωπος που θα έπρεπε να μπορεί να παράγει, να συμψηφίζει και να καταναλώνει χωρίς να τον πετάνε εκτός παιχνιδιού επειδή το δίκτυο έχει ήδη μοιραστεί στους ισχυρούς.
Αυτό είναι το κεντρικό σκάνδαλο:
όχι ότι κάποιοι τάζουν βοήθεια, αλλά ότι πρώτα κλείνουν την πόρτα της πραγματικής αυτοπαραγωγής και μετά έρχονται να πουλήσουν «κοινωνική μέριμνα» από το παράθυρο.
Η Εύβοια δεν είναι μπαταρία κανενός — αλλά έτσι τη μεταχειρίζονται
Η Εύβοια έχει ήδη φορτωθεί ένα τεράστιο ενεργειακό βάρος.
Ανεμογεννήτριες, εγκαταστάσεις, πιέσεις, παρεμβάσεις, αλλοίωση τοπίου, διάχυτη αίσθηση ότι ο τόπος αντιμετωπίζεται όχι ως ζωντανή κοινωνία αλλά ως ενεργειακή αποικία.
Και τώρα, μέσα σε αυτή την εξάντληση, εμφανίζεται η νέα «κοινωνική» εκδοχή του ίδιου μοντέλου.
Δηλαδή τι ακριβώς μας λένε;
Ότι η ίδια γη που επιβαρύνεται, η ίδια περιοχή που σηκώνει τις οχλήσεις, οι ίδιοι κάτοικοι που βλέπουν τον τόπο τους να αλλάζει βίαια, πρέπει τώρα να αισθάνονται και ευγνώμονες επειδή ίσως πάρουν ως αντάλλαγμα λίγες κιλοβατώρες ανακούφισης;
Αυτό δεν είναι δίκαιη μετάβαση.
Είναι πολιτική εξαγορά ανοχής.
Είναι το γνωστό κόλπο: πρώτα μετατρέπεις έναν τόπο σε πεδίο κερδοφορίας και μετά βαφτίζεις «κοινωνική πολιτική» ένα μικρό αντισταθμιστικό ξεροκόμματο, για να αμβλύνεις τις αντιδράσεις και να εμφανίσεις την αρπαγή ως πρόοδο.
Ποιος κερδίζει στ’ αλήθεια από την «κοινότητα»;
Εδώ βρίσκεται η πιο βρώμικη ερώτηση, αυτή που όλοι αποφεύγουν:
ποιος ελέγχει το έργο, ποιος κατασκευάζει, ποιος διαχειρίζεται, ποιος απορροφά τις επιδοτήσεις, ποιος κατοχυρώνει τον χώρο, ποιος μπαίνει πρώτος στην πρίζα της αγοράς;
Γιατί αν ο δημότης δεν είναι πραγματικά συμμέτοχος με ισχύ, αν δεν αποκτά αληθινό έλεγχο, αν δεν γίνεται ο ίδιος ενεργειακός νοικοκύρης, τότε η «κοινότητα» κινδυνεύει να είναι μια ωραία ταμπέλα πάνω σε ένα βαθιά συγκεντρωτικό μοντέλο.
Με άλλα λόγια:
η λέξη είναι συλλογική, αλλά το όφελος μπορεί να καταλήγει ιδιωτικοποιημένο.
Η βιτρίνα είναι κοινωνική, αλλά ο μηχανισμός μπορεί να είναι εργολαβικός.
Το σύνθημα είναι φιλολαϊκό, αλλά η αρχιτεκτονική παραμένει κομμένη και ραμμένη για όσους ξέρουν πάντα να βρίσκονται στο σωστό σημείο, την κατάλληλη στιγμή, με το κατάλληλο χαρτί στην τσέπη.
Και τότε η «Ενεργειακή Κοινότητα» δεν θα είναι τίποτε άλλο από το νέο όνομα μιας παλιάς μηχανής:
κέρδη για λίγους, βάρος για τον τόπο, υποσχέσεις για τους πολλούς.
Ας το πούμε λοιπόν χωρίς φτιασίδια και χωρίς πράσινες κορδέλες:
το πρόβλημα δεν είναι ότι υπόσχονται φθηνότερο ρεύμα. Το πρόβλημα είναι ότι επιχειρούν να παρουσιάσουν ως κοινωνική σωτηρία ένα μοντέλο που κρατά τον πολίτη εξαρτημένο, τον τόπο διαθέσιμο και τον πραγματικό ενεργειακό έλεγχο μακριά από την κοινωνία.
Ο κάτοικος του Μαντουδίου δεν έχει ανάγκη από «ευεργέτες» της πρίζας.
Δεν χρειάζεται άλλους πολιτικούς πλασιέ που μοιράζουν ενεργειακά καθρεφτάκια στους ιθαγενείς.
Χρειάζεται δίκαιο δίκτυο, πραγματική πρόσβαση, δικαίωμα στην ιδιοκατανάλωση και προστασία του τόπου του από όσους τον θυμούνται μόνο όταν υπάρχει επιδότηση, εργολαβία και χώρος για μπίζνα.
Γιατί όταν σου υπόσχονται «δωρεάν» ρεύμα, αλλά το τίμημα είναι η γη σου, το τοπίο σου, η αυτονομία σου και η σιωπή σου, τότε δεν μιλάμε για κοινωνική πολιτική.
Μιλάμε για κανονική φάκα.
Και το τυρί, όπως πάντα, το αφήνουν μπροστά μόνο για να μη βλέπεις τη σιδερένια λάμα που κλείνει από πίσω.

