Υπάρχουν άνθρωποι που δεν φορούν στολή αξιώματος, δεν κάθονται σε γραφεία, δεν μιλούν στα μικρόφωνα και δεν ζητούν χειροκρότημα. Υπάρχουν άνθρωποι που βγαίνουν τη νύχτα στους δρόμους, ανεβαίνουν στα απορριμματοφόρα, σηκώνουν το βάρος μιας πόλης που κοιμάται και κάνουν τη δουλειά που όλοι θεωρούν αυτονόητη, μέχρι να συμβεί η τραγωδία.
Ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν ο 59χρονος Θεόδωρος Καρακκότας, εργαζόμενος στην καθαριότητα του Δήμου Θεσσαλονίκης. Πατέρας δύο παιδιών. Εργάτης του μεροκάματου. Άνθρωπος της βάρδιας. Άνθρωπος της πράξης.
Τον περασμένο Απρίλιο το όνομά του έγινε γνωστό γιατί, μαζί με τον συνάδελφό του Αναστάσιο Μασκουλίδη, έσωσαν έναν 46χρονο άστεγο που είχε βρει καταφύγιο μέσα σε κάδο απορριμμάτων και βρέθηκε στην πρέσα απορριμματοφόρου. Εκείνη τη στιγμή δεν χρειάστηκαν λόγια. Χρειάστηκε ψυχραιμία, αντανακλαστικό, ανθρωπιά. Πάτησαν το στοπ και έσωσαν μια ζωή.
Τότε τους είπαν «μπράβο». Τότε τους δέχθηκαν στο δημαρχείο. Τότε η πράξη τους έγινε είδηση.
Λίγες εβδομάδες μετά, ο Θεόδωρος Καρακκότας έπεσε ο ίδιος στη μάχη της βιοπάλης. Όχι σε κάποια τελετή. Όχι σε κάποια τιμητική εκδήλωση. Αλλά στη νυχτερινή βάρδια, την ώρα της αποκομιδής απορριμμάτων. Εκεί όπου οι εργαζόμενοι στην καθαριότητα δουλεύουν μέσα στην κούραση, στην πίεση, στους κινδύνους, στην αδιαφορία.
Υπέστη καρδιακό επεισόδιο εν ώρα εργασίας. Πάλεψε για μέρες στη ΜΕΘ του Νοσοκομείου «Παπανικολάου». Δεν τα κατάφερε.
Και τώρα το ερώτημα δεν μπορεί να μείνει αναπάντητο:
Ο θάνατος ενός εργαζόμενου την ώρα της υπηρεσίας του είναι απλώς «παθολογικό περιστατικό» ή είναι κραυγή για τις συνθήκες εργασίας;
Γιατί κάθε φορά που ένας εργάτης καταρρέει, κάποιοι βιάζονται να μιλήσουν για «ατομικό πρόβλημα υγείας». Κάθε φορά που ένας άνθρωπος της καθαριότητας χάνει τη ζωή του στη βάρδια, το σύστημα ψάχνει τρόπο να αποσυνδέσει τον θάνατο από την εργασία. Να μη μιλήσει για νυχτερινές βάρδιες. Να μη μιλήσει για καταπόνηση. Να μη μιλήσει για ηλικίες εργαζομένων. Να μη μιλήσει για προγράμματα προσωρινής απασχόλησης. Να μη μιλήσει για ελλείψεις προσωπικού, για εξάντληση, για πίεση, για μηχανισμούς που λειτουργούν επειδή κάποιοι άνθρωποι σπάνε καθημερινά τα όριά τους.
Ο Θεόδωρος Καρακκότας δεν ήταν αριθμός. Δεν ήταν απλώς ένας εργαζόμενος σε μια υπηρεσία. Ήταν ο άνθρωπος που πριν από λίγες εβδομάδες έσωσε έναν άλλο άνθρωπο από βέβαιο θάνατο. Ήταν ο εργάτης που απέδειξε ότι η ανθρωπιά δεν γράφεται σε ανακοινώσεις, αλλά φαίνεται στη στιγμή της ευθύνης.
Και γι’ αυτό η απώλειά του βαραίνει περισσότερο.

Βαραίνει την Πολιτεία.
Βαραίνει την Τοπική Αυτοδιοίκηση.
Βαραίνει όλους όσοι θυμούνται τους εργαζόμενους μόνο όταν τους χρειάζονται για φωτογραφίες, επαίνους και δημόσιες σχέσεις.
Οι άνθρωποι της καθαριότητας δεν είναι αόρατοι. Δεν είναι αναλώσιμοι. Δεν είναι «χέρια» χωρίς πρόσωπο, χωρίς οικογένεια, χωρίς ζωή, χωρίς δικαιώματα. Είναι οι άνθρωποι που κρατούν όρθιες τις πόλεις, πολλές φορές με μισθούς που δεν αντιστοιχούν στον κίνδυνο, με συμβάσεις που δεν εξασφαλίζουν αξιοπρέπεια και με συνθήκες που κανείς δεν θα άντεχε αν τις ζούσε έστω και για λίγες νύχτες.
Ο θάνατος του Θεόδωρου Καρακκότα δεν πρέπει να κλείσει με ένα συλλυπητήριο. Δεν πρέπει να θαφτεί κάτω από γενικές φράσεις. Πρέπει να απαντηθεί θεσμικά, εργασιακά και ανθρώπινα.
Να διερευνηθεί πλήρως τι συνέβη.
Να απαντήσει η Επιθεώρηση Εργασίας.
Να εξεταστεί αν πρόκειται για εργατικό δυστύχημα.
Να στηριχθεί ουσιαστικά η οικογένειά του.
Να ανοίξει επιτέλους η συζήτηση για τις συνθήκες εργασίας στην καθαριότητα των δήμων.
Γιατί δεν γίνεται οι εργάτες να είναι «ήρωες» όταν σώζουν ζωές και «στατιστικά» όταν πεθαίνουν.
Καλό ταξίδι, Θεόδωρε Καρακκότα.
Καλό ταξίδι, άνθρωπε του μεροκάματου.
Καλό ταξίδι, ήρωα της καθημερινότητας.
Η πόλη που καθάριζες, η κοινωνία που υπηρέτησες και το κράτος που οφείλει να προστατεύει τους εργαζόμενους δεν έχουν δικαίωμα να σε ξεχάσουν.

