Η κυβέρνηση πέταξε στο τραπέζι μια εξαγγελία με βαρύ περιτύλιγμα, αυστηρό ύφος και εύκολο ηθικό πλεονέκτημα: απαγόρευση των social media για παιδιά κάτω των 15 ετών από την 1η Ιανουαρίου 2027. Ένα μέτρο που πλασάρεται ως «τολμηρή προστασία της νέας γενιάς», αλλά πίσω από την επιφάνεια μυρίζει περισσότερο επικοινωνιακή διαχείριση παρά σοβαρή πολιτική παρέμβαση.
Γιατί η αλήθεια είναι απλή και ενοχλητική: τα παιδιά δεν προστατεύονται με κυβερνητικά βίντεο, ούτε με απαγορεύσεις που ακούγονται αυστηρές στα δελτία και καταρρέουν στην πραγματική ζωή. Η κατεύθυνση δίνεται με παιδεία, ενημέρωση, σχολείο, γονείς και ουσιαστική πρόληψη. Όλα τα υπόλοιπα είναι το γνωστό πολιτικό τέχνασμα: κάνε θόρυβο, πούλα πυγμή, άσε την ουσία για αργότερα.
Η κυβέρνηση βρήκε το εύκολο ακροατήριο: τον φόβο των γονιών
Κανείς δεν αμφισβητεί ότι υπάρχει πρόβλημα. Η υπερέκθεση στην οθόνη, η πίεση της σύγκρισης, η εξάρτηση από την αποδοχή, η ψηφιακή βία και η ψυχική εξάντληση είναι υπαρκτές πληγές μέσα σε χιλιάδες σπίτια. Και ακριβώς πάνω σε αυτόν τον εύλογο φόβο πατά τώρα η κυβέρνηση για να εμφανιστεί ως προστάτης των ανηλίκων.
Μόνο που εδώ αρχίζει και η υποκρισία. Διότι όταν για χρόνια δεν έχεις χτίσει σοβαρό πλαίσιο πρόληψης μέσα στα σχολεία, όταν δεν έχεις εκπαιδεύσει επαρκώς εκπαιδευτικούς και γονείς, όταν δεν έχεις ανοίξει οργανωμένα τη συζήτηση για τον ψηφιακό εθισμό και την ασφαλή χρήση του διαδικτύου, τότε η απαγόρευση δεν είναι λύση. Είναι πολιτικό ντεκόρ.
Τα παιδιά δεν ζουν «έξω» από τα social media, ζουν και μέσα από αυτά
Η κυβερνητική λογική κάνει πως δεν καταλαβαίνει κάτι θεμελιώδες: για τη σημερινή γενιά τα social media δεν είναι απλώς χώρος διασκέδασης ή επιπολαιότητας. Είναι μέρος της καθημερινής επικοινωνίας, της κοινωνικοποίησης, της αλληλεπίδρασης, της ανταλλαγής σκέψεων, ακόμη και της επίλυσης μικρών ή μεγαλύτερων ζητημάτων της ζωής τους.
Τα παιδιά μιλούν μεταξύ τους, οργανώνονται, στηρίζουν φίλους, εκφράζονται, ψάχνουν να ανήκουν κάπου. Κανείς δεν μπορεί να τους το απαγορεύσει πραγματικά αυτό. Και όποιος ισχυρίζεται το αντίθετο ή δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα ή απλώς πουλάει αυστηρότητα σε γονείς που δικαίως αγωνιούν.
Μια τέτοια απαγόρευση, στην καλύτερη περίπτωση, θα πιάσει εκείνα τα παιδιά που ούτως ή άλλως δεν θα έκαναν κάτι ιδιαίτερα επικίνδυνο. Εκείνα δηλαδή που είναι ήδη πιο προστατευμένα, πιο ελεγχόμενα, πιο πειθαρχημένα. Τα υπόλοιπα θα βρουν δρόμο. Όπως πάντα βρίσκουν. Και τότε το κράτος θα έχει πετύχει μόνο ένα πράγμα: να κοροϊδεύει τον εαυτό του.
Η λύση λέγεται παιδεία, όχι απαγόρευση
Αν μια κυβέρνηση ήθελε πραγματικά να αντιμετωπίσει το πρόβλημα, θα ξεκινούσε από αλλού. Από την εκπαίδευση μέσα στο σχολείο. Από δομημένα προγράμματα ενημέρωσης για μαθητές. Από στήριξη και επιμόρφωση των γονέων. Από εργαλεία πρόληψης, ψυχολογικής θωράκισης και ψηφιακού γραμματισμού. Από την καλλιέργεια κρίσης, ορίων και αυτοπροστασίας.
Διότι το ζητούμενο δεν είναι να μεγαλώσουμε παιδιά φοβισμένα ή αποκλεισμένα από τον ψηφιακό κόσμο. Το ζητούμενο είναι να μεγαλώσουμε παιδιά που ξέρουν να αναγνωρίζουν τον κίνδυνο, να απορρίπτουν τη χειραγώγηση, να μη βυθίζονται στην τοξικότητα και να χρησιμοποιούν την τεχνολογία χωρίς να καταπίνονται από αυτήν.
Αυτό όμως απαιτεί δουλειά, βάθος, υπομονή, σοβαρότητα και σύγκρουση με την πραγματικότητα. Ενώ η απαγόρευση απαιτεί μόνο ένα βίντεο, λίγες δραματικές ατάκες και μια κυβέρνηση που θέλει να δείξει ότι «κάτι κάνει».
Η απαγόρευση στα social media για τους κάτω των 15 δεν μοιάζει με ώριμη πολιτική απάντηση. Μοιάζει με άλλη μία γυαλισμένη κυβερνητική αρλούμπα που ντύνεται με τον μανδύα της ευαισθησίας για να κρύψει την απουσία πραγματικής στρατηγικής. Γιατί όταν δεν μπορείς να μορφώσεις, να ενημερώσεις, να προλάβεις και να στηρίξεις, πετάς μια απαγόρευση στο τραπέζι και παριστάνεις τον αποφασισμένο. Μόνο που τα παιδιά δεν προστατεύονται με θεατρικές κινήσεις. Προστατεύονται με παιδεία, αλήθεια και παρουσία. Και αυτά, δυστυχώς, δεν χωρούν σε κανένα επικοινωνιακό βίντεο.

