Η νύχτα στο Μπέλφαστ δεν ήταν απλώς μια νύχτα επεισοδίων. Ήταν η εικόνα μιας κοινωνίας που είδε πρώτα μια φρικτή επίθεση με μαχαίρι και αμέσως μετά κινδύνευσε να παραδοθεί στον πιο επικίνδυνο νόμο: τον νόμο του όχλου.
Ένας άνδρας νοσηλεύεται σοβαρά τραυματισμένος μετά από άγρια επίθεση στο βόρειο Μπέλφαστ. Ο φερόμενος δράστης, 30χρονος με καταγωγή από το Σουδάν σύμφωνα με νεότερες αναφορές, αντιμετωπίζει βαριές κατηγορίες για απόπειρα δολοφονίας, κατοχή αιχμηρού αντικειμένου και απειλές θανάτου. Η υπόθεση είναι σοκαριστική. Είναι υπόθεση ποινικής δικαιοσύνης. Και πρέπει να απαντηθεί με όλη την αυστηρότητα του νόμου.
Αλλά αυτό που ακολούθησε στους δρόμους του Μπέλφαστ δεν ήταν δικαιοσύνη. Ήταν τυφλή εκδίκηση.
Μασκοφόροι επιτέθηκαν σε σπίτια όπου διαμένουν μετανάστες, έβαλαν φωτιά σε οχήματα και λεωφορείο, έσπασαν πόρτες και παράθυρα, τρομοκράτησαν οικογένειες και μετέτρεψαν γειτονιές σε πεδίο μάχης. Δηλαδή, μετά από ένα αποτρόπαιο έγκλημα, κάποιοι αποφάσισαν να απαντήσουν με νέα εγκλήματα. Να τιμωρήσουν ανθρώπους όχι για κάτι που έκαναν, αλλά για αυτό που είναι ή για αυτό που θεωρούν ότι εκπροσωπούν.
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη γραμμή που μια σοβαρή κοινωνία δεν επιτρέπεται να περάσει.
Ο φερόμενος δράστης μιας επίθεσης πρέπει να λογοδοτήσει προσωπικά. Όχι μια κοινότητα. Όχι μια γειτονιά. Όχι οικογένειες που κοιμούνται μέσα σε σπίτια και ξυπνούν με καπνούς, σπασμένα τζάμια και απειλές. Η ποινική ευθύνη είναι ατομική. Η συλλογική τιμωρία είναι βαρβαρότητα.
Το Μπέλφαστ γνωρίζει πολύ καλά τι σημαίνει να ξεφεύγει η βία από τον έλεγχο. Γνωρίζει τι σημαίνει ο φόβος να γίνεται πολιτικό όπλο. Γνωρίζει τι σημαίνει η γειτονιά να χωρίζεται σε «δικούς μας» και «ξένους». Γι’ αυτό ακριβώς τα γεγονότα αυτά είναι τόσο επικίνδυνα: γιατί ανοίγουν ξανά πόρτες που καμία δημοκρατική κοινωνία δεν πρέπει να επιτρέψει να ανοίξουν.
Ναι, οι πολίτες έχουν δικαίωμα να ζητούν ασφάλεια. Έχουν δικαίωμα να απαιτούν απαντήσεις για το πώς ένας άνθρωπος έφτασε να κυκλοφορεί με μαχαίρι και να επιτίθεται με τέτοια αγριότητα. Έχουν δικαίωμα να απαιτούν έλεγχο, σοβαρή μεταναστευτική πολιτική, πραγματική αστυνόμευση και λειτουργική δικαιοσύνη. Όμως άλλο πράγμα η απαίτηση για ασφάλεια και άλλο πράγμα να καίγονται σπίτια μεταναστών.
Η Πολιτεία οφείλει να απαντήσει σε δύο επίπεδα ταυτόχρονα.
Πρώτον, να διερευνήσει μέχρι τέλους την επίθεση με μαχαίρι, το ιστορικό του κατηγορούμενου, το καθεστώς παραμονής του και κάθε πιθανή αστοχία των αρχών. Χωρίς συγκάλυψη. Χωρίς υπεκφυγές. Χωρίς πολιτική ορθότητα που θολώνει την πραγματικότητα.
Δεύτερον, να συλλάβει και να οδηγήσει στη Δικαιοσύνη όσους έκαψαν σπίτια, οχήματα και δημόσια περιουσία. Γιατί ούτε η οργή ούτε ο φόβος αποτελούν άδεια για πογκρόμ.
Η μεγαλύτερη παγίδα είναι να παρουσιαστεί η υπόθεση ως επιλογή ανάμεσα στην ασφάλεια και την ανθρωπιά. Δεν είναι. Μια χώρα που δεν προστατεύει τους πολίτες της αποτυγχάνει. Μια χώρα που επιτρέπει σε όχλους να κυνηγούν μειονότητες επίσης αποτυγχάνει.
Το κράτος δικαίου υπάρχει ακριβώς για τέτοιες στιγμές: όταν η κοινωνία είναι οργισμένη, όταν τα βίντεο σοκάρουν, όταν ο φόβος εξαπλώνεται γρηγορότερα από την αλήθεια. Τότε φαίνεται αν υπάρχουν θεσμοί ή αν ο δρόμος αποφασίζει ποιος θα τιμωρηθεί.
Το Μπέλφαστ έζησε μια νύχτα τρόμου. Η πρώτη φρίκη ήταν η επίθεση με μαχαίρι. Η δεύτερη ήταν η απόπειρα να μετατραπεί ένα έγκλημα σε συλλογικό μίσος.
Και αυτή η δεύτερη φρίκη, αν δεν σταματήσει, μπορεί να αποδειχθεί ακόμη πιο επικίνδυνη για την κοινωνία.

