Καταγγελίες για εικονικές προσλήψεις, πολλαπλές επιδοτήσεις, μισθούς μόνο στα χαρτιά και μεταχειρισμένο λογισμικό στην τιμή καινούργιου – Στο μικροσκόπιο της Αρχής για το Ξέπλυμα Μαύρου Χρήματος και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας
Μετά τον ΟΠΕΚΕΠΕ και τις έρευνες για τη διαχείριση ευρωπαϊκών πόρων, μια νέα υπόθεση έρχεται να προστεθεί στον ήδη βαρύ κατάλογο των καταγγελιών γύρω από το Ταμείο Ανάκαμψης.
Σύμφωνα με δημοσιευμένες πληροφορίες, ο πρόεδρος της Αρχής για το Ξέπλυμα Μαύρου Χρήματος, Χαράλαμπος Βουρλιώτης, και η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εξετάζουν στοιχεία για ένα φερόμενο δίκτυο εταιρειών που φέρεται να εισέπραττε πολλαπλές επιδοτήσεις, χρησιμοποιώντας ξανά και ξανά τα στοιχεία των ίδιων αλλοδαπών εργαζομένων.
Το σχήμα που περιγράφεται στις καταγγελίες είναι εξαιρετικά απλό — και γι’ αυτό ακόμη πιο προκλητικό: ο ίδιος άνθρωπος εμφανιζόταν να εργάζεται ταυτόχρονα σε δύο ή ακόμη και τρεις διαφορετικές επιχειρήσεις. Οι εταιρείες φέρονται να ήταν είτε εικονικές είτε συνδεδεμένες μεταξύ τους, ώστε για έναν εργαζόμενο να καταβάλλονται δύο και τρεις φορές οι αντίστοιχες ευρωπαϊκές ενισχύσεις.
Οι μετανάστες δεν ήταν «εικονικοί» – Οι προσλήψεις φέρονται να ήταν
Ας ξεκαθαριστεί κάτι από την αρχή: οι μετανάστες δεν είναι αυτοί που πρέπει να βρεθούν στο εδώλιο της δημόσιας συζήτησης. Οι άνθρωποι μπορεί να υπήρχαν πραγματικά. Αυτό που ερευνάται είναι εάν χρησιμοποιήθηκαν τα στοιχεία τους για να στηθούν εικονικές προσλήψεις, πλασματικές μισθοδοσίες και πολλαπλές χρηματοδοτήσεις.
Οι εταιρείες φέρονται να εμφάνιζαν στα λογιστικά τους βιβλία μισθούς και ασφαλιστικές εισφορές για ολόκληρες «στρατιές» εργαζομένων. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν τα ποσά αυτά έφταναν πράγματι στους δικαιούχους ή παρέμεναν στα χέρια του κυκλώματος.
Παράλληλα εξετάζεται εάν οι πλασματικές δαπάνες χρησιμοποιούνταν για να μειώνονται τεχνητά τα φορολογητέα κέρδη των επιχειρήσεων και να νομιμοποιούνται χρήματα άγνωστης ή παράνομης προέλευσης. Πρόκειται, προς το παρόν, για καταγγελίες και ερευνητέα στοιχεία — όχι για τελεσίδικες δικαστικές διαπιστώσεις. Οι λεπτομέρειες του φερόμενου μηχανισμού περιγράφονται σε ρεπορτάζ που αποδίδεται στην «Εστία της Κυριακής».
Μεταχειρισμένο λογισμικό σε τιμή… ολοκαίνουργιου
Στο ίδιο πακέτο καταγγελιών περιλαμβάνεται και μια δεύτερη υπόθεση, η οποία αφορά την προμήθεια λογισμικού.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες, επιχειρήθηκε η αγορά ενός ήδη χρησιμοποιημένου συστήματος στην τιμή που θα κόστιζε η ανάπτυξη ενός εντελώς νέου και σύγχρονου λογισμικού. Η διαφορά, όπως καταγγέλλεται, θα εξασφάλιζε σημαντικό οικονομικό όφελος σε συγκεκριμένο επιχειρηματικό όμιλο.
Ακόμη σοβαρότερη είναι η αναφορά ότι για τη συγκεκριμένη προμήθεια φέρεται να είχε ενδιαφερθεί συγγενικό πρόσωπο κυβερνητικού στελέχους. Δεν έχουν δημοσιοποιηθεί ονόματα ούτε επαρκή στοιχεία που να επιτρέπουν ασφαλή ταυτοποίηση. Επομένως, οποιαδήποτε ονομαστική ενοχοποίηση θα ήταν αυτή τη στιγμή αυθαίρετη.
Αυτό, όμως, δεν απαλλάσσει την κυβέρνηση από την υποχρέωση να απαντήσει:
Ποιος σχεδίασε την προμήθεια; Ποιος συνέταξε τις τεχνικές προδιαγραφές; Ποιος πιστοποίησε την αξία του λογισμικού; Ποιος θα πληρωνόταν και ποιος θα κέρδιζε;
Το Ταμείο Ανάκαμψης δεν είναι κομματικό ΑΤΜ
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει επιβεβαιώσει ότι έχει λάβει αναφορές και στοιχεία για τον τρόπο διάθεσης πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης. Η Λάουρα Κοβέσι είχε μάλιστα αναφέρει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχουν καταγγελίες από ανθρώπους με εσωτερική γνώση και έγγραφα, διευκρινίζοντας ότι έρευνες ανοίγουν όταν οι πληροφορίες είναι επαρκώς στοιχειοθετημένες.
Το Ταμείο Ανάκαμψης δημιουργήθηκε για να χρηματοδοτήσει την παραγωγική ανασυγκρότηση, την εργασία και τον ψηφιακό εκσυγχρονισμό της χώρας. Δεν δημιουργήθηκε για να μετατραπεί σε κλειστό ταμείο ημετέρων, εταιρειών-σφραγίδων και συγγενικών διαδρομών.
Η δικαστική έρευνα θα δείξει εάν οι καταγγελίες ευσταθούν, ποια ποσά διακινήθηκαν και ποια πρόσωπα ενδεχομένως εμπλέκονται. Μέχρι τότε ισχύει το τεκμήριο της αθωότητας για κάθε ελεγχόμενο.
Πολιτικά, όμως, το ερώτημα δεν μπορεί να περιμένει: πόσα συστήματα ελέγχου απέτυχαν ώστε ο ίδιος εργαζόμενος να μπορεί, σύμφωνα με τις καταγγελίες, να εμφανίζεται σε δύο και τρεις εταιρείες και το ευρωπαϊκό χρήμα να καταβάλλεται ξανά και ξανά;
Εάν τελικά επιβεβαιωθεί η υπόθεση, δεν θα μιλάμε για ένα απλό «λογιστικό λάθος». Θα μιλάμε για οργανωμένη λεηλασία δημόσιου και ευρωπαϊκού χρήματος. Και αυτή τη φορά δεν θα αρκέσουν οι γνωστές κυβερνητικές δηλώσεις περί «μεμονωμένων περιπτώσεων».
Γιατί όταν οι μεμονωμένες περιπτώσεις σχηματίζουν ουρά, παύουν να είναι εξαιρέσεις. Γίνονται σύστημα.

