Η δημόσια παρέμβαση του Ισραηλινού πρωθυπουργού αποκαλύπτει πόσο σοβαρή θεωρεί η Ιερουσαλήμ τη στρατιωτική ενίσχυση της Άγκυρας
Ξεκάθαρο μήνυμα προς την Ουάσιγκτον έστειλε για ακόμη μία φορά ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, εκφράζοντας ανοιχτά την αντίθεσή του στην πιθανότητα επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών αεροσκαφών F-35.
«Δεν νομίζω ότι ο Ερντογάν πρέπει να πάρει όπλα. Φτιάχνει δικά του», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Ισραηλινός πρωθυπουργός, σε μία παρέμβαση που μόνο τυχαία δεν μπορεί να θεωρηθεί.
Ο Νετανιάχου δεν αντιμετωπίζει πλέον την Τουρκία ως έναν απλό ανταγωνιστή επιρροής στην περιοχή. Την αντιμετωπίζει ως δυνητική στρατηγική απειλή, η οποία επιχειρεί να συνδυάσει την ισλαμιστική ιδεολογία, τη στρατιωτική αυτονομία και την τεχνολογική αναβάθμιση με έναν ολοένα και πιο επιθετικό περιφερειακό σχεδιασμό.
Η απόκτηση των F-35 από την Άγκυρα θα μπορούσε να αλλάξει δραματικά τις ισορροπίες ισχύος στη Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Μεσόγειο. Το Ισραήλ διαθέτει σήμερα σημαντικό ποιοτικό πλεονέκτημα στον αέρα και δεν είναι διατεθειμένο να αποδεχθεί την ενίσχυση μιας Τουρκίας που αμφισβητεί ανοιχτά την πολιτική του, υποστηρίζει οργανώσεις και καθεστώτα εχθρικά προς την Ιερουσαλήμ και προβάλλει τον εαυτό της ως ηγετική δύναμη του μουσουλμανικού κόσμου.
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός έχει ήδη προειδοποιήσει ότι η πώληση προηγμένων μαχητικών ή κινητήρων στην Τουρκία θα ανέτρεπε την ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή. Έχει επίσης χαρακτηρίσει την Τουρκία του Ερντογάν μη φιλικό κράτος προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, επικαλούμενος τη ρητορική και την πολιτική της Άγκυρας απέναντι στο Ισραήλ και στους δυτικούς συμμάχους.
«Εμποδίζουμε τους ισλαμιστές ριζοσπάστες»
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η ευρύτερη τοποθέτηση του Νετανιάχου, σύμφωνα με την οποία το Ισραήλ εμποδίζει τις δυνάμεις του ισλαμικού ριζοσπαστισμού να επεκτείνουν την επιρροή τους στην Αραβική Χερσόνησο, στην Ιορδανία και στην Αίγυπτο.
Η δήλωση αυτή δεν αφορά μόνο το Ιράν ή τις ένοπλες οργανώσεις που υποστηρίζονται από την Τεχεράνη. Αποτελεί σαφή αναφορά και στο πολιτικό Ισλάμ, στη Μουσουλμανική Αδελφότητα και στις δυνάμεις που επιχειρούν να αξιοποιήσουν τη θρησκεία ως εργαλείο γεωπολιτικής επιβολής.
Στο Ισραήλ θεωρούν ότι η σημερινή Τουρκία βρίσκεται όλο και πιο κοντά σε αυτή τη λογική. Η Άγκυρα δεν κρύβει τις φιλοδοξίες της. Αναπτύσσει δική της πολεμική βιομηχανία, κατασκευάζει μη επανδρωμένα αεροσκάφη, πυραυλικά συστήματα και το μαχητικό KAAN, ενώ ταυτόχρονα επιδιώκει πρόσβαση στην κορυφαία αμερικανική στρατιωτική τεχνολογία.
Αυτό ακριβώς περιγράφει και η σκωπτική φράση του Νετανιάχου: αφού η Τουρκία δηλώνει ότι κατασκευάζει τα δικά της όπλα και επιδιώκει στρατηγική αυτονομία, γιατί θα πρέπει να αποκτήσει και τα πιο προηγμένα οπλικά συστήματα της Δύσης;
Το πραγματικό εμπόδιο δεν είναι η Αθήνα, αλλά το Ισραήλ
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία και για την Ελλάδα.
Εδώ και χρόνια η Αθήνα εμφανίζεται να παρακολουθεί τις αμερικανοτουρκικές διαπραγματεύσεις, περιοριζόμενη σε διαβεβαιώσεις ότι η χώρα διαθέτει ισχυρές συμμαχίες και ότι το ελληνικό πρόγραμμα των F-35 εξελίσσεται κανονικά.
Ωστόσο, το πραγματικό και αποτελεσματικότερο εμπόδιο απέναντι στις τουρκικές επιδιώξεις φαίνεται ότι δεν υψώνεται από την ελληνική κυβέρνηση, αλλά από το Ισραήλ.
Η Ιερουσαλήμ δεν μιλά με διπλωματικούς υπαινιγμούς. Δεν αρκείται σε γενικόλογες αναφορές στο Διεθνές Δίκαιο. Δηλώνει ευθέως ότι η Τουρκία δεν πρέπει να αποκτήσει τα F-35, επειδή αυτό θα έθετε σε κίνδυνο την ισορροπία ασφαλείας ολόκληρης της περιοχής.
Και το Ισραήλ διαθέτει ένα εξαιρετικά ισχυρό όπλο: την αμερικανική νομοθεσία για τη διατήρηση του ποιοτικού στρατιωτικού πλεονεκτήματός του στη Μέση Ανατολή. Κάθε μεγάλη αμερικανική πώληση οπλικών συστημάτων στην περιοχή εξετάζεται υπό το πρίσμα του κατά πόσο επηρεάζει την ισραηλινή στρατιωτική υπεροχή.
Αυτό σημαίνει ότι η αντίδραση του Νετανιάχου δεν αποτελεί απλώς μία πολιτική δήλωση. Μπορεί να μετατραπεί σε οργανωμένη πίεση προς τον Λευκό Οίκο, το Κογκρέσο και το αμερικανικό αμυντικό κατεστημένο.
Η Άγκυρα θέλει και τη Ρωσία και τη Δύση
Η Τουρκία απομακρύνθηκε από το πρόγραμμα των F-35 μετά την αγορά των ρωσικών συστημάτων S-400. Η Ουάσιγκτον είχε καταστήσει σαφές ότι η ταυτόχρονη κατοχή των S-400 και των F-35 δημιουργούσε σοβαρούς κινδύνους για την ασφάλεια της τεχνολογίας του αμερικανικού μαχητικού.
Σήμερα η Άγκυρα επιχειρεί να επιστρέψει από το παράθυρο.
Θέλει να διατηρήσει τα πλεονεκτήματα των σχέσεών της με τη Ρωσία, να ενισχύσει τον ρόλο της στο ΝΑΤΟ, να συμμετάσχει στην ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία και ταυτόχρονα να αποκτήσει ξανά πρόσβαση στα F-35.
Με απλά λόγια, επιδιώκει να τα έχει όλα.
Το Ισραήλ όμως δείχνει ότι δεν σκοπεύει να επιτρέψει στον Ερντογάν να μετατρέψει την Τουρκία σε ανεξέλεγκτη περιφερειακή υπερδύναμη, εξοπλισμένη ταυτόχρονα με ρωσικά συστήματα, αμερικανικά μαχητικά και μία ταχύτατα αναπτυσσόμενη εγχώρια πολεμική βιομηχανία.
Η Αθήνα οφείλει να εγκαταλείψει την παθητικότητα
Η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να αντιληφθεί ότι η συζήτηση για τα F-35 της Τουρκίας δεν αφορά μία απλή εξοπλιστική συμφωνία.
Αφορά την ισορροπία ισχύος στο Αιγαίο, στην Κύπρο, στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να περιμένει από το Ισραήλ να κάνει όλη τη δύσκολη δουλειά. Οφείλει να κινηθεί αποφασιστικά στο Κογκρέσο, στην αμερικανική κυβέρνηση και στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, υπενθυμίζοντας ότι η Τουρκία εξακολουθεί να διατηρεί το casus belli, αμφισβητεί ελληνική κυριαρχία, κατέχει ευρωπαϊκό έδαφος στην Κύπρο και χρησιμοποιεί τη στρατιωτική ισχύ ως μέσο εκβιασμού.
Δεν μπορεί μία χώρα που απειλεί με πόλεμο ένα άλλο κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ να ανταμείβεται με τα πλέον προηγμένα μαχητικά αεροσκάφη του δυτικού οπλοστασίου.
Το μήνυμα Νετανιάχου είναι σαφές: ο Ερντογάν δεν πρέπει να πάρει τα F-35.
Το ερώτημα είναι εάν η Αθήνα θα τολμήσει επιτέλους να πει το ίδιο, καθαρά, δημόσια και χωρίς τις γνωστές φοβικές ισορροπίες.

