Βγήκαν πάλι να σπείρουν φόβο για την απόφαση του Αρείου Πάγου σχετικά με τον νόμο Κατσέλη. Και το έκαναν με τον γνωστό τρόπο: όχι με καθαρή εξήγηση, όχι με στοιχειώδη διάκριση του «τι κρίνει» από το «τι δεν κρίνει», αλλά με κραυγές περί «συστημικού κινδύνου». Λες και ο πολίτης οφείλει να τρομάξει, πριν καν καταλάβει.
Ας το πούμε καθαρά:
Δεν μιλάμε για «κατάργηση» προστασιών με μία δικαστική απόφαση. Μιλάμε για ερμηνεία και εφαρμογή κανόνων που αφορούν τον τρόπο που “τρέχει” μια ρύθμιση. Είναι τεχνικό, αλλά όχι ουδέτερο. Γιατί το τεχνικό είναι πάντα πολιτικό, όταν βάζει το χέρι στην τσέπη.
Η κινδυνολογία δεν είναι λάθος. Είναι επιλογή.
Είναι ο εύκολος δρόμος για να ελεγχθεί το αφήγημα: «Μη ρωτάς τι είναι δίκαιο — ρώτα τι βολεύει το σύστημα». Μόνο που εδώ το “σύστημα” το παρουσιάζουν σαν θεότητα: άμα θιχτεί, θα καταρρεύσουμε όλοι. Κι έτσι, ο δανειολήπτης πρέπει να αισθανθεί ένοχος ακόμη και που αναπνέει.
Το κόλπο είναι παλιό:
Όταν ένα δικαστήριο δίνει μια ερμηνεία που μπορεί να περιορίσει υπερβολικές χρεώσεις ή αυθαίρετες αναγνώσεις, δεν το λένε «διόρθωση». Το βαφτίζουν «βόμβα». Δεν το λένε «ασφάλεια δικαίου». Το λένε «απειλή για την οικονομία». Γιατί πρέπει να διαλέξεις πλευρά: ή με τους ισολογισμούς ή με τη ζωή σου.
Κι εδώ είναι το πιο βρόμικο σημείο:
Η τρομοκράτηση ντύνεται με το κουστούμι της υπευθυνότητας. Βγαίνουν οι ίδιοι που επί χρόνια έκαναν το “κόκκινο δάνειο” αριθμό και τον άνθρωπο υποσημείωση, και τώρα παριστάνουν τους φύλακες της σταθερότητας. Σταθερότητα όμως για ποιον; Για τον πολίτη ή για τη βιομηχανία της είσπραξης;
Η σοβαρή συζήτηση θα έπρεπε να είναι μία: εφαρμογή.
Τι πιάνει, από πότε, σε ποιους, με ποιον μηχανισμό, με ποιες δικλείδες. Όχι κραυγές. Όχι παπαγαλία. Όχι «θα πάθουμε όλοι ζημιά». Γιατί όταν δεν μπορείς να πείσεις με το επιχείρημα, πας στον πανικό. Κι όταν πας στον πανικό, συνήθως κάτι κρύβεις.
Να το γράψουμε όπως είναι:
Αυτό που τους ενοχλεί δεν είναι η “αστάθεια”. Είναι ότι ο κόσμος αρχίζει να ξαναζητά κανόνες. Και οι κανόνες, όταν επιστρέφουν, κόβουν προμήθειες, κόβουν αυθαιρεσίες, κόβουν “δημιουργική” ανάγνωση ρυθμίσεων. Κόβουν, δηλαδή, εύκολο χρήμα.
Και ναι: είναι ντροπή.
Ντροπή να μετατρέπεις μια δικαστική απόφαση σε εργαλείο φόβου.
Ντροπή να βαφτίζεις τον πολίτη “κίνδυνο” επειδή διεκδικεί να μην τον γδέρνουν.
Ντροπή να μιλάς για “κοινωνία” αλλά να εννοείς “χαρτοφυλάκια”.
Το κλείσιμο είναι απλό:
Όταν η ενημέρωση γίνεται εκφοβισμός, δεν είναι ενημέρωση. Είναι πειθαναγκασμός. Και ο πειθαναγκασμός δεν είναι δημοκρατία.

