Ξημερώνει ξανά η γιορτή σου. Είκοσι δύο χρόνια—μια ολόκληρη ζωή που έμαθα να μετρώ χωρίς εσένα, αλλά ποτέ μακριά σου. Κάθε τέτοια μέρα, οι αναμνήσεις ξυπνούν πριν από μένα· σηκώνονται αθόρυβα, περνούν από το δωμάτιο και κάθονται απέναντί μου μέχρι να ανοίξω τα μάτια.
Μου πήρε χρόνια να κλάψω για σένα. Ήταν μια πεισματική άρνηση, ένα πείσμα που έστησα γύρω μου για να μη διαλυθώ. Κι όμως, ήρθε εκείνο το ξημέρωμα που η άμυνα έσπασε. Έκλαψα όπως δεν είχα κλάψει ποτέ. Πήρα το αυτοκίνητο κι άφησα τον δρόμο να αποφασίσει για μένα. Οδήγησα για ώρες χωρίς να ξέρω πού πηγαίνω, σαν να μπορούσε η πορεία να ξεπλύνει τον πόνο, σαν να μπορούσε η κίνηση να με τραβήξει πίσω στη ζωή.
Από τότε πέρασαν χρόνια. Ο χρόνος δεν σου σβήνει τους ανθρώπους, απλώς σου μαθαίνει νέους τρόπους να τους κουβαλάς. Ακόμη σε σκέφτομαι. Συχνά σε βλέπω στον ύπνο μου, κι αυτό είναι από μόνο του μια παρηγοριά. Γιατί τώρα πια σε βλέπω καλά. Δεν υπάρχουν πια οι παλιοί εφιάλτες, οι νύχτες που ξυπνούσα τρομαγμένος, βλέποντάς σε όπως σε είδα στο τέλος: εξαντλημένο, λιωμένο από τον πόνο. Εκείνη η εικόνα έχει υποχωρήσει. Τη θέση της την έχουν πάρει τα καλοκαίρια μας—ο ήλιος, η θάλασσα, το γέλιο σου.
Και ευτυχώς, ακόμη θυμάμαι τη φωνή σου. Αυτό το δώρο δεν μου το πήρε ο χρόνος. Θυμάμαι και την τελευταία σου στιγμή, όταν σου κρατούσα το χέρι και μετρούσα τους σφυγμούς σου. Θυμάμαι την παύση τους. Θυμάμαι την ανακούφιση που ένιωσα—μια ανακούφιση που ένιωθα ότι δεν έπρεπε να νιώσω, κι όμως ήταν η μόνη αλήθεια εκείνης της στιγμής. Μια λύτρωση για σένα, μια ενοχή για μένα. Ή ίσως το αντίθετο.
Κάθε χρόνο, τέτοια μέρα, η μαμά λείπει από το σπίτι. Από νωρίς το πρωί μέχρι αργά. Δεν μιλάμε πολύ μεταξύ μας εκείνη τη μέρα. Είναι σαν να έχει ο καθένας μας ένα δικό του τελετουργικό, ένα μονοπάτι που δεν τέμνεται. Έτσι πενθεί εκείνη. Έτσι υπάρχω εγώ.
Κι εσύ;
Εσύ υπάρχεις στον τρόπο που ξημερώνει αυτή η μέρα. Στον τρόπο που η μνήμη αρνείται να σε αφήσει να χαθείς. Στον τρόπο που συνεχίζεις να μου μιλάς έστω και μέσα στον ύπνο, όχι για να μου θυμίζεις τον πόνο, αλλά για να μου θυμίζεις πως κάποτε υπήρξες εδώ, ζωντανός, δυνατότερος από το τέλος σου.
Είναι όμορφο αυτό. Και πονάει. Αλλά δεν θα το άλλαζα.
Γιατί σε κάθε ξημέρωμα της γιορτής σου, επιστρέφεις. Και μαζί σου επιστρέφει κι ένα κομμάτι του τότε εαυτού μου που ακόμη αντέχει να θυμάται.
ΠΗΓΗ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥ

