Μια χώρα που κατηγορείται διαχρονικά για περιορισμούς στην κοινωνία των πολιτών αποκτά ρόλο σε ένα από τα πιο κρίσιμα φίλτρα πρόσβασης των ΜΚΟ στον ΟΗΕ.
Η ανάληψη αντιπροεδρικού ρόλου από την Τουρκία στην Επιτροπή Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων του ΟΗΕ δεν είναι μια τυπική διπλωματική λεπτομέρεια. Είναι μια θεσμική ειρωνεία πρώτου μεγέθους.
Η συγκεκριμένη Επιτροπή του ECOSOC αποτελείται από 19 κράτη-μέλη και έχει ρόλο-κλειδί: εξετάζει αιτήσεις ΜΚΟ για συμβουλευτικό καθεστώς, αξιολογεί περιοδικές εκθέσεις οργανώσεων που ήδη έχουν τέτοιο καθεστώς και παρακολουθεί τη σχέση τους με τον ΟΗΕ. Οι εισηγήσεις της δεν είναι η τελική απόφαση, αλλά αποτελούν το κρίσιμο φίλτρο πριν από την οριστική έγκριση από το ECOSOC.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα. Η Τουρκία δεν είναι μια ουδέτερη, άχρωμη διοικητική δύναμη. Είναι μια χώρα που, σύμφωνα με διεθνείς οργανώσεις, αντιμετωπίζει σοβαρά ζητήματα κράτους δικαίου, ελευθερίας έκφρασης, ειρηνικής συνάθροισης και ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι. Η Freedom House κατατάσσει την Τουρκία ως “Not Free”, με βαθμολογία 32/100 για το 2026. Η Amnesty International αναφέρει περιορισμούς στην ελευθερία συνάθροισης και του συνεταιρίζεσθαι, διώξεις υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και παρεμβάσεις στη λειτουργία οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών.
Και τώρα αυτή η χώρα αποκτά ενισχυμένο θεσμικό λόγο σε μια Επιτροπή που μπορεί να επηρεάζει ποιες ΜΚΟ θα έχουν πρόσβαση στους χώρους, στις διαδικασίες και στα διεθνή βήματα του ΟΗΕ.
Το ζήτημα δεν είναι μόνο τουρκικό. Είναι ευρωπαϊκό. Είναι ελληνικό. Είναι θεσμικό.
Η Ελλάδα και η Ευρώπη έχουν βιώσει την εργαλειοποίηση του μεταναστευτικού από την Άγκυρα. Έχουν δει πώς οι ροές, οι οργανώσεις, η διεθνής εικόνα και η ανθρωπιστική ρητορική μπορούν να μετατραπούν σε μοχλό πίεσης. Σε αυτό το περιβάλλον, η τοποθέτηση της Τουρκίας σε θέση κύρους στην Επιτροπή ΜΚΟ του ΟΗΕ γεννά εύλογα πολιτικά ερωτήματα.
Ακόμη σοβαρότερο είναι το δεύτερο σκέλος: η σιωπή. Αν δεν υπήρξε ουσιαστική αντίρρηση από χώρες που κατά τα άλλα εμφανίζονται ως υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της κοινωνίας των πολιτών, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο η Άγκυρα. Είναι και η αδράνεια των δυτικών πρωτευουσών.
Διεθνείς ειδικοί του ΟΗΕ είχαν ήδη προειδοποιήσει ότι η Επιτροπή ΜΚΟ μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός καθυστέρησης ή αποκλεισμού οργανώσεων, ιδίως όταν κράτη-μέλη χρησιμοποιούν επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις και διαδικαστικές αναβολές για να μπλοκάρουν την πρόσβαση ανεξάρτητων φωνών στον ΟΗΕ. Το ISHR έχει επίσης χαρακτηρίσει την Επιτροπή ως όργανο με σημαντικό ρόλο «θυρωρού» για τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών στον ΟΗΕ.
Άρα, η εικόνα είναι καθαρή: μια χώρα με βαρύ ιστορικό περιορισμών απέναντι στην ανεξάρτητη κοινωνία των πολιτών αποκτά θέση σε έναν μηχανισμό που επηρεάζει την πρόσβαση της κοινωνίας των πολιτών στον ΟΗΕ.
Αυτό δεν είναι απλώς διπλωματική παραφωνία. Είναι πολιτικό σύμπτωμα.
Και για την Ελλάδα, το μήνυμα είναι ακόμη πιο σαφές: όταν η Άγκυρα κινείται θεσμικά, οργανωμένα και μεθοδικά, η Αθήνα και η Ευρώπη δεν μπορούν να παρακολουθούν αμήχανα. Γιατί στη διεθνή πολιτική, όποιος δεν αντιδρά εγκαίρως, συχνά ανακαλύπτει αργότερα ότι οι αποφάσεις έχουν ήδη ληφθεί.
Η Τουρκία δεν κέρδισε μόνο μια θέση. Κέρδισε χώρο επιρροής. Και η σιωπή όσων το επέτρεψαν είναι σχεδόν τόσο ανησυχητική όσο και η ίδια η εκλογή.

