Γεννήθηκε μέσα στη φωτιά του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ως η πιο τολμηρή μονάδα δολιοφθοράς της Βρετανίας. Έγινε θρύλος στην έρημο, σύμβολο τόλμης και επιχειρησιακής υπεροχής, το πιο κοφτερό εργαλείο του Στέμματος στις πιο σκοτεινές αποστολές. Κι όμως, δεκαετίες μετά, το ίδιο κράτος που έχτισε τον μύθο της SAS είναι αυτό που σβήνει συστηματικά τα ίχνη της.
Σήμερα, όταν ένας άνδρας της SAS πέφτει νεκρός σε μυστική επιχείρηση, η μονάδα του «εξαφανίζεται», η αποστολή του δεν αναγνωρίζεται και η αλήθεια θάβεται πίσω από επίσημες μισές αλήθειες. Από τον David Stirling του 1941 μέχρι τον Matt Tonroe του 2018, η ιστορία της SAS δεν είναι μόνο έπος ειδικών επιχειρήσεων. Είναι και μια ιστορία κρατικής σιωπής, ελεγχόμενης πληροφόρησης και πολιτικής υποκρισίας.
Από το Κάιρο του 1941 στον μύθο της ερήμου
Η SAS δεν γεννήθηκε στα γραφεία, αλλά μέσα στην απελπισία του πολέμου. Το 1941, σε νοσοκομείο του Καΐρου, ο David Stirling συνέλαβε την ιδέα μιας μικρής, ευέλικτης δύναμης που θα χτυπούσε πίσω από τις εχθρικές γραμμές. Η πρώτη αποστολή ήταν αποτυχία. Όμως η επιμονή του Stirling μετέτρεψε την αποτυχία σε δόγμα τόλμης.
Μέχρι το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η SAS είχε ήδη περάσει στην ιστορία ως η μονάδα που δεν πολεμούσε με όρους μετώπου, αλλά με όρους αιφνιδιασμού, ταχύτητας και απόλυτης αποτελεσματικότητας. Και το πιο εντυπωσιακό; Τότε η βρετανική εξουσία δεν ντρεπόταν να μιλήσει γι’ αυτήν. Οι απώλειες, οι επιχειρήσεις, ακόμη και οι εκτελέσεις ανδρών της από τη Γκεστάπο αναφέρονταν ανοιχτά.
Τότε η SAS ήταν εθνική υπερηφάνεια. Όχι «ανύπαρκτη» δύναμη. Όχι φάντασμα.
Η Βόρεια Ιρλανδία άλλαξε τα πάντα
Η μεγάλη στροφή δεν ήρθε σε κάποιο ξένο μέτωπο, αλλά μέσα στην ίδια την πολιτική κρίση του Ηνωμένου Βασιλείου. Η εμπλοκή της SAS στη Βόρεια Ιρλανδία, από το 1976 και μετά, έφερε τη μονάδα σε έναν πόλεμο χωρίς καθαρά όρια: επιχειρήσεις σκιών, εσωτερική σύγκρουση, καταγγελίες, εκτελέσεις και κρατική αμηχανία.
Το Γιβραλτάρ το 1988 αποτέλεσε σημείο καμπής. Η εκτέλεση τριών άοπλων μελών του IRA από άνδρες της SAS δεν τραυμάτισε μόνο την εικόνα της μονάδας. Τραυμάτισε και το αφήγημα του βρετανικού κράτους περί νομιμότητας. Από εκεί και πέρα, το Λονδίνο αποφάσισε ότι η καλύτερη διαχείριση της αλήθειας είναι η άρνηση της αλήθειας.
Έτσι γεννήθηκε η νέα γραμμή: το Υπουργείο Άμυνας δεν σχολιάζει ποτέ τις ειδικές δυνάμεις. Δεν επιβεβαιώνει αποστολές. Δεν αναγνωρίζει ιδιότητες. Δεν εξηγεί θανάτους. Η SAS μπήκε σε ένα καθεστώς επίσημης «ανυπαρξίας», την ώρα που το κράτος συνέχιζε να τη χρησιμοποιεί αδιάκοπα.
Νεκροί χωρίς όνομα, ήρωες χωρίς αναγνώριση
Η πιο σκληρή πλευρά αυτής της πολιτικής αποκαλύπτεται όταν οι απώλειες γίνονται πολλές. Στις 19 Μαΐου 1982, στον πόλεμο των Φώκλαντ, η συντριβή ενός Sea King στον Νότιο Ατλαντικό έστειλε είκοσι άνδρες της SAS στον θάνατο. Ήταν η φονικότερη ημέρα για το σύνταγμα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κι όμως, ακόμη και αυτή η καταστροφή κουβαλήθηκε στη συλλογική μνήμη σχεδόν ψιθυριστά.
Το ίδιο μοτίβο επαναλήφθηκε δεκαετίες αργότερα. Το 2018, ο λοχίας Matt Tonroe παρουσιάστηκε επισήμως ως μέλος μονάδας που δεν είχε καν αναπτυχθεί στη Συρία. Η αλήθεια ήταν άλλη: ήταν SAS. Αλλά η κυβέρνηση δεν μπορούσε να το πει. Ή, καλύτερα, δεν ήθελε να το πει.
Αυτή είναι η μεγάλη ντροπή του σύγχρονου βρετανικού κράτους: χρησιμοποιεί τους πιο ικανούς στρατιώτες του κόσμου στις πιο βρόμικες, δύσκολες και καθοριστικές αποστολές, αλλά όταν αυτοί πεθαίνουν, τους στερεί ακόμη και το δικαίωμα της αλήθειας. Η θυσία τους παραμένει. Το όνομά τους όμως περνά από κρατικό σβηστήρι.
Η SAS δεν έγινε «ανύπαρκτη» για λόγους εθνικής ασφάλειας μόνο. Έγινε «ανύπαρκτη» γιατί το βρετανικό κράτος κατάλαβε ότι η μυστικότητα δεν προστατεύει μόνο επιχειρήσεις — προστατεύει και πολιτικές ευθύνες. Κι έτσι, οι αόρατοι ήρωες του Στέμματος δεν θάβονται μόνο στο χώμα. Θάβονται και στην επίσημη αμνησία ενός κράτους που τους θέλει χρήσιμους στον πόλεμο, αλλά άφωνους στην ιστορία.

