Γράφειο ο Linas Kojala
Αυτό είναι κάτι περισσότερο από μια ακόμη διαμάχη των ΗΠΑ με τη Γερμανία. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει δίκιο να απαιτεί από την Ευρώπη να αυξήσει τις δαπάνες στην άμυνα της. Αλλά η πρόσφατη απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ να αποσύρει 5.000 Αμερικανούς στρατιωτικούς από τη Γερμανία κινδυνεύει να αποδυναμώσει μια από τις καλύτερες στρατηγικές επενδύσεις της Αμερικής: μια στρατιωτική παρουσία που αποτρέπει τη Ρωσία και εμποδίζει τις παλιές αντιπαλότητες της Ευρώπης να γίνουν ξανά πρόβλημα της Αμερικής.
Το ΝΑΤΟ δεν αφορούσε πάντα τη Ρωσία. Ο Λόρδος Ισμέι, ο πρώτος γενικός γραμματέας της συμμαχίας, λέγεται ότι κάποτε δήλωσε πως ο ιδρυτικός σκοπός της το 1949 ήταν “να κρατήσει τους Ρώσους έξω, τους Αμερικανούς μέσα και τους Γερμανούς κάτω”. Είναι ξεκάθαρο ότι πλέον δεν υπάρχει η ανάγκη να “κρατηθεί κάτω” η Γερμανία. Η χώρα είναι δημοκρατική, υπεύθυνη και απαραίτητη. Η Ευρώπη χρειάζεται τα χρήματα, τη βιομηχανία και την πολιτική της βούληση. Για τα κράτη της πρώτης γραμμής του ΝΑΤΟ, η απόφαση της Γερμανίας το 2023 να αναπτύξει σταδιακά μια ταξιαρχία 5.000 ανδρών στη Λιθουανία, όπου ζω, ήταν μια από τις πιο σημαντικές αποτρεπτικές κινήσεις στα ανατολικά σύνορα της Ευρώπης από τον Ψυχρό Πόλεμο.
Ωστόσο, το παρελθόν δεν εξαφανίζεται επειδή η Ευρώπη απλά θέλει να εξαφανιστεί. Η Γερμανία πραγματοποίησε πρόσφατα μια ιστορική στροφή στην αμυντική της πολιτική. Ο υπουργός Άμυνας Μπόρις Πιστόριους δήλωσε ότι οι γερμανικές ένοπλες δυνάμεις θα πρέπει να γίνουν “ο ισχυρότερος συμβατικός στρατός στην Ευρώπη”. Ο αμυντικός προϋπολογισμός της Γερμανίας, ήδη ο τέταρτος μεγαλύτερος στον κόσμο, οδεύει να προσεγγίσει τις συνδυασμένες στρατιωτικές δαπάνες της Βρετανίας και της Γαλλίας, μέχρι το τέλος της δεκαετίας. Πριν από λίγα μόλις χρόνια, μια τέτοια εξέλιξη θα φάνταζε σχεδόν αδιανόητη.
Κάποιοι στην Ευρώπη ήδη αισθάνονται κάπως άβολα. Σε συζητήσεις με Ευρωπαίους ηγέτες και αξιωματούχους, μπορεί κανείς να αισθανθεί ότι η πορεία που έχει πάρει η Γερμανία – η οικονομική της κλίμακα, το μέγεθος του πληθυσμού και οι στρατιωτικές της φιλοδοξίες – αλλάζει ήδη τις εσωτερικές ισορροπίες στην ήπειρο. Το συμβατικό κέντρο βάρους της Ευρώπης απομακρύνεται από τη Γαλλία και τη Βρετανία και μετατοπίζεται προς το Βερολίνο. Το γεγονός ότι η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), ένα ακροδεξιό πολιτικό κόμμα, είναι ήδη η δεύτερη μεγαλύτερη παράταξη στο Κοινοβούλιο και συνεχίζει να ανεβαίνει στις δημοσκοπήσεις, μπορεί μόνο να εντείνει την ανησυχία.
Όλα αυτά έχουν αναβιώσει κάποια επιχειρήματα που πολλοί θεωρούσαν ότι είχαν περάσει στην ιστορία. Τον Ιανουάριο του 1990, καθώς η επανένωση της Γερμανίας κέρδιζε ορμή, ο πρόεδρος Φρανσουά Μιτεράν της Γαλλίας είπε στην πρωθυπουργό της Βρετανίας, Μάργκαρετ Θάτσερ, σύμφωνα με τις σημειώσεις εκείνης της συνάντησης, ότι η Γερμανία είχε το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση, αλλά όχι το δικαίωμα να “ανατρέψει τις πολιτικές πραγματικότητες της Ευρώπης”.
Η ανησυχία του δεν ήταν μόνο η Γερμανία. Ήταν ότι μια επανενωμένη Γερμανία, με ανανεωμένη κλίμακα και το βάρος της στο κέντρο της Ευρώπης, θα μπορούσε να αναβιώσει την παλιά ευρωπαϊκή συνήθεια της διαμόρφωσης συμμαχιών προκειμένου να αντιμετωπιστεί η ισχυρότερη δύναμη. Η απάντηση της μεταπολεμικής Ευρώπης δεν ήταν να κρατήσει την Γερμανία αδύναμη, αλλά να δεσμεύσει τη γερμανική ισχύ εντός της Ευρώπης με το ΝΑΤΟ, υπό την ηγεσία των ΗΠΑ.
Το μάθημα αυτό εξακολουθεί να ισχύει. Η Ευρώπη χρειάζεται τη γερμανική ισχύ. Αλλά η γερμανική ισχύς προκαλεί λιγότερες ανησυχίες όταν είναι ενσωματωμένη σε μια ενωμένη Ευρώπη και συνδέεται στενά με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Άλλωστε μια Ευρώπη με εσωτερικούς ανταγωνισμούς δεν είναι μόνο λιγότερο ικανή, αλλά επίσης πολύ πιο ευάλωτη για να τη διαιρέσει και να την εκφοβίσει η Ρωσία.
Η πρόσφατη έμφαση που έδωσε ο Γάλλος πρόεδρος, Εμανουέλ Μακρόν στο γεγονός ότι η χώρα του αποτελεί μια παγκόσμια πυρηνική δύναμη αποτελεί μέρος αυτής της ανησυχίας. Τον Μάρτιο, ανακοίνωσε σχέδια για την επέκταση του πυρηνικού οπλοστασίου της Γαλλίας και τη στενότερη συνεργασία με τους Ευρωπαίους εταίρους για την αποτροπή επιθέσεων, υποστηρίζοντας ότι τα ζωτικά συμφέροντα της Γαλλίας έχουν ευρωπαϊκή διάσταση, αλλά ξεκαθαρίζοντας επίσης ότι μόνο η Γαλλία θα πρέπει να διατηρήσει την εξουσία σε οποιαδήποτε χρήση πυρηνικών όπλων. Το μήνυμα απευθυνόταν στη Ρωσία και στην αβεβαιότητα σχετικά με τις εγγυήσεις προστασίας των ΗΠΑ. Αλλά άγγιξε και το Βερολίνο: Η ισχυρότερη συμβατική δύναμη της Ευρώπης δεν είναι η μόνη στρατηγική δύναμη της Ευρώπης.
Εάν η Αμερική αρχίσει να παίζει έναν αμφιλεγόμενο ρόλο στις δεσμεύσεις της για την ασφάλεια απέναντι στους Ευρωπαίους συμμάχους, το πυρηνικό ζήτημα θα αποκτήσει επείγουσα διάσταση για την Ευρώπη. Η πυρηνική ομπρέλα των ΗΠΑ απομακρύνει την πίεση για εναλλακτικές λύσεις – οι οποίες θα μπορούσαν να αποδειχθούν περισσότερο αποσταθεροποιητικές για την ήπειρο – αλλά αυτή η ομπρέλα βασίζεται στην εμπιστοσύνη. Και η εμπιστοσύνη διαβρώνεται.
Μια δημοσκόπηση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο διαπίστωσε ότι σε δέκα χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης μόνο το 16% βλέπει τις Ηνωμένες Πολιτείες ως σύμμαχο, ενώ το 50% τις θεωρεί “απαραίτητο εταίρο”. Ένα 20% περιγράφει τις Ηνωμένες Πολιτείες ως ανταγωνιστή ή αντίπαλο. Αυτό είναι το πολιτικό έδαφος στο οποίο αναπτύσσονται οι συζητήσεις για εναλλακτικές λύσεις στις πυρηνικές εγγυήσεις των ΗΠΑ.
Η σχεδιαζόμενη μείωση των αμερικανικών στρατευμάτων στη Γερμανία από τον πρόεδρο Τραμπ, η οποία έρχεται μετά τη δήλωση του Γερμανού καγκελάριου, Φρίντριχ Μερτς, ότι το Ιράν “ταπείνωσε” την Αμερική, δεν αποτελεί επομένως απλώς μέρος μιας ακόμη διμερούς διαμάχης. Υπονομεύει τον πυρήνα της αρχιτεκτονικής ασφαλείας της Ευρώπης και την ικανότητα της Αμερικής να προβάλλει ισχύ πέρα από την Ευρώπη. Τα δεκάδες χιλιάδες αμερικανικά στρατεύματα που θα παραμείνουν στη Γερμανία καθησυχάζουν τους συμμάχους, διασφαλίζουν τον στρατιωτικό ρόλο της Αμερικής στην ήπειρο και βοηθούν στη διεξαγωγή των αμερικανικών επιχειρήσεων στη Μέση Ανατολή.
Η ίδια λογική ισχύει και για τη διοίκηση του ΝΑΤΟ. Ο ανώτατος συμμαχικός διοικητής στην Ευρώπη είναι παραδοσιακά ένας Αμερικανός στρατηγός, με διπλή ιδιότητα ως διοικητής της Ευρωπαϊκής Διοίκησης των ΗΠΑ. Στη θέση υπηρετεί σήμερα ο Στρατηγός Άλεξους Γκρίνκιουιτς, ο οποίος είναι επικεφαλής των Επιχειρήσεων της Συμμαχικής Διοίκησης και υπεύθυνος για τον στρατιωτικό σχεδιασμό και τις επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ. Η παράδοση αυτή διασφαλίζει ότι η πιο ευαίσθητη στρατιωτική θέση στην Ευρώπη δεν θα γίνει πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ, Γερμανίας, Γαλλίας, Πολωνίας και Βρετανίας.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν το στρατηγικό “αμορτισέρ” της Ευρώπης. Κρατούν τη Ρωσία σε απόσταση, ενισχύουν τη Γερμανία, καθησυχάζουν τη Γαλλία, προστατεύουν την ανατολική πλευρά της Ευρώπης και δίνουν στους μικρότερους συμμάχους την εμπιστοσύνη ότι η ασφάλειά τους δεν θα γίνει αντικείμενο διαγκωνισμών εντός της γραφειοκρατίας της ηπείρου. Χωρίς την Αμερική, οι εθνικισμοί θα μπορούσαν να αναζωπυρωθούν σε μια Ευρώπη πιο ασταθή και καχύποπτη.
Ο Linas Kojala είναι διευθύνων σύμβουλος του Κέντρου Γεωπολιτικής και Μελετών Ασφάλειας, με έδρα το Βίλνιους της Λιθουανίας.
© 2025 Διατίθεται από το “The New York Times Licensing Group”
CAPITAL

