Όταν ακούς τον συγκεκριμένο υπουργό να μιλά για τις τράπεζες, πραγματικά εξοργίζεσαι. Όχι επειδή υπερασπίζεται μια διαφορετική οικονομική πολιτική, αλλά επειδή επιχειρεί να αντιστρέψει την πραγματικότητα με έναν προκλητικό λαϊκισμό υπέρ των ισχυρών.
Δεν λέει ότι οι ελληνικές τράπεζες διασώθηκαν με δεκάδες δισεκατομμύρια δημόσιου χρήματος, κρατικών εγγυήσεων και κεφαλαιακών ενισχύσεων. Δεν λέει ότι οι παλαιοί μέτοχοι –μεταξύ των οποίων και το Ελληνικό Δημόσιο– υπέστησαν τεράστια απομείωση της συμμετοχής τους. Δεν λέει ότι, ύστερα από διαδοχικές ανακεφαλαιοποιήσεις, οι τράπεζες πέρασαν σε μεγάλο βαθμό στον έλεγχο ξένων επενδυτικών κεφαλαίων.
Αντί γι’ αυτά, μας λέει πανηγυρικά ότι «ήρθαν ξένοι και επένδυσαν»!
Δεν αγόρασαν, όμως, ένα τραπεζικό σύστημα που δημιουργήθηκε από το μηδέν με δικά τους κεφάλαια. Αγόρασαν συμμετοχές σε τράπεζες που είχαν ήδη διασωθεί και εξυγιανθεί με τεράστια επιβάρυνση της ελληνικής κοινωνίας.
Ο αναβαλλόμενος φόρος δεν είναι δάνειο που επιστρέφεται
Ακόμη πιο προκλητικός είναι ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται ο αναβαλλόμενος φόρος.
Ο αναβαλλόμενος φόρος δεν αποτελεί κάποιο δάνειο που έδωσε το Δημόσιο στις τράπεζες και τώρα εκείνες το «εξοφλούν». Πρόκειται για ειδικό φορολογικό και κεφαλαιακό μηχανισμό, μέσω του οποίου ζημιές προηγούμενων ετών μπορούν να συμψηφίζονται με μελλοντικά κέρδη, περιορίζοντας ή μηδενίζοντας για μεγάλα χρονικά διαστήματα τον καταβλητέο φόρο εισοδήματος.
Παρά τη σταδιακή μείωσή τους, οι οριστικές και εκκαθαρισμένες αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις των τραπεζών ανέρχονταν ακόμη σε 11,6 δισ. ευρώ τον Σεπτέμβριο του 2025, ενώ στο τέλος του 2025 αντιστοιχούσαν περίπου στο 40% των βασικών εποπτικών τους κεφαλαίων. Δεν πρόκειται, επομένως, για μια αμελητέα λογιστική λεπτομέρεια, αλλά για κεντρικό πυλώνα του τραπεζικού συστήματος.
Το να παρουσιάζεται αυτό το εξαιρετικά προνομιακό καθεστώς ως «αποπληρωμή υποχρεώσεων προς το Δημόσιο» αποτελεί, στην καλύτερη περίπτωση, βάναυση παραποίηση της οικονομικής πραγματικότητας.
Πάνω από 16 δισ. ευρώ κέρδη μέσα σε τέσσερα χρόνια
Βεβαίως και είναι θεμιτό να έχουν κέρδη οι τράπεζες. Καμία σοβαρή οικονομία δεν μπορεί να λειτουργήσει με ζημιογόνο και ασταθές τραπεζικό σύστημα.
Άλλο όμως η εύλογη κερδοφορία και άλλο ένα καθεστώς στο οποίο οι τράπεζες συσσωρεύουν τεράστια κέρδη, διανέμουν δισεκατομμύρια σε μερίσματα και επαναγορές μετοχών, ενώ οι πολίτες αντιμετωπίζουν υψηλά επιτόκια δανεισμού, χαμηλές αποδόσεις καταθέσεων και συνεχείς προμήθειες.
Σύμφωνα με τα συγκρίσιμα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, οι ελληνικοί τραπεζικοί όμιλοι κατέγραψαν κέρδη μετά φόρων:
- 3,4 δισ. ευρώ το 2022
- 3,8 δισ. ευρώ το 2023
- 4,4 δισ. ευρώ το 2024
Το 2025 οι τέσσερις συστημικές τράπεζες ανακοίνωσαν ακόμη 4,62 δισ. ευρώ, ανεβάζοντας τη συνολική κερδοφορία της τετραετίας σε περίπου 16,2 δισ. ευρώ – και ακόμη υψηλότερα, εάν χρησιμοποιηθούν ορισμένα προσαρμοσμένα αποτελέσματα των τραπεζών.
Τα κέρδη αυτά δεν προήλθαν μόνο από κάποια θεαματική αύξηση της παραγωγικής χρηματοδότησης. Ενισχύθηκαν αποφασιστικά από την εκτόξευση των καθαρών εσόδων από τόκους, δηλαδή από τη μεγάλη διαφορά μεταξύ του κόστους με το οποίο οι τράπεζες αντλούσαν χρήματα από τους καταθέτες και του επιτοκίου που χρέωναν στους δανειολήπτες. Η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος αναγνωρίζει ότι η αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ αποτέλεσε βασικό παράγοντα ενίσχυσης της κερδοφορίας.
Δεν ζητά κανείς να χάνουν οι τράπεζες
Κανείς δεν ζητά να επιστρέψουμε στις εποχές της κατάρρευσης, των «κόκκινων» δανείων και των διαρκών ανακεφαλαιοποιήσεων.
Αυτό που απαιτείται είναι στοιχειώδης δικαιοσύνη:
Οι τράπεζες που διασώθηκαν με την πλάτη της κοινωνίας δεν μπορούν να συμπεριφέρονται σαν να μην οφείλουν τίποτε σε κανέναν. Δεν μπορούν να ιδιωτικοποιούν τα κέρδη και να κοινωνικοποιούν τις ζημιές. Δεν μπορούν να μοιράζουν δισεκατομμύρια στους μετόχους, την ώρα που η μικρομεσαία επιχείρηση δυσκολεύεται να χρηματοδοτηθεί και ο πολίτης πληρώνει για κάθε τραπεζική συναλλαγή.
Και κυρίως, ένας υπουργός δεν μπορεί να παρουσιάζει αυτή την κατάσταση ως θρίαμβο της ελεύθερης αγοράς και ως γενναιόδωρη «επένδυση των ξένων».
Οι ξένοι επένδυσαν αφού προηγουμένως οι Έλληνες φορολογούμενοι είχαν αναλάβει το μεγαλύτερο μέρος του κινδύνου.
Αυτή είναι η αλήθεια.
Όλα τα υπόλοιπα είναι κυβερνητική προπαγάνδα υπέρ ενός τραπεζικού συστήματος που απαιτεί από την κοινωνία να πληρώνει πάντα τον λογαριασμό — αλλά δεν θυμάται ποτέ την κοινωνία όταν έρχεται η ώρα να μοιραστούν τα κέρδη.
Ντροπή!

