Υπάρχουν κεφάλαια της ιστορίας που δεν σηκώνουν ούτε αφέλεια ούτε πολιτική ωραιοποίηση. Και το ζήτημα των Τσάμηδων στην Κατοχή είναι ένα από αυτά. Όχι γιατί δεν χρειάζεται ψυχραιμία. Αλλά γιατί η ψυχραιμία δεν σημαίνει λήθη. Δεν σημαίνει εξίσωση θύτη και θύματος. Και ασφαλώς δεν σημαίνει να σβήνεις, πίσω από γενικόλογες αναφορές σε «δύσκολες εποχές», μια οργανωμένη και αιματηρή συνεργασία με τον κατακτητή.
Στη Θεσπρωτία της Κατοχής δεν είχαμε απλώς μια τοπική ένταση ανάμεσα σε κοινότητες. Είχαμε ένα τμήμα της τσάμικης ηγεσίας και ένοπλες ομάδες που προσδέθηκαν πρώτα στο ιταλικό και ύστερα στο γερμανικό άρμα, αξιοποιώντας την ισχύ του κατακτητή για να επιβάλουν τρόμο, να λεηλατήσουν περιουσίες, να εκτοπίσουν πληθυσμούς και να χτυπήσουν τον ελληνικό χριστιανικό πληθυσμό της περιοχής. Αυτή είναι η σκληρή ιστορική ουσία. Όλα τα άλλα είναι υπεκφυγές.
Ασφαλώς, η ιστορία δεν γράφεται με φυλετικές ή συλλογικές ενοχές. Δεν ήταν όλοι οι Τσάμηδες ίδιοι, όπως ποτέ καμία κοινότητα δεν είναι ένα αδιαφοροποίητο σώμα. Όμως η εξίσου μεγάλη αλήθεια είναι ότι ένα οργανωμένο, ηγετικό και ένοπλο μέρος του τσάμικου στοιχείου δεν περιορίστηκε σε παθητική ανοχή απέναντι στους κατακτητές. Συνεργάστηκε ενεργά μαζί τους. Και αυτή η συνεργασία δεν ήταν θεωρητική ούτε διπλωματική. Ήταν ένοπλη, επιχειρησιακή και αιματηρή.
Η Κατοχή δεν αποκάλυψε απλώς διαθέσεις. Απελευθέρωσε επιδιώξεις
Η ιταλική κατάληψη της Αλβανίας και η προπολεμική διείσδυση στην παραμεθόριο είχαν ήδη διαμορφώσει το υπόστρωμα. Η Κατοχή, όμως, ήταν εκείνη που άνοιξε τον δρόμο. Όταν κατέρρευσε το μέτωπο και το κράτος αποσύρθηκε, κάποιοι δεν είδαν απλώς μια αλλαγή εξουσίας. Είδαν ευκαιρία. Ευκαιρία να λογαριαστούν με τον ελληνικό πληθυσμό, να πιέσουν για εδαφικά και πολιτικά τετελεσμένα, να οικειοποιηθούν γη, περιουσίες και παραγωγικούς πόρους.
Έτσι εξηγείται και η ένταση της βίας. Δεν επρόκειτο μόνο για κατοχική αυθαιρεσία. Ήταν και τοπική στρατηγική κυριαρχίας. Καταδόσεις, συλλήψεις, βασανισμοί, ληστείες, εξώσεις, δολοφονίες. Η κατοχική εξουσία έγινε όχημα όχι μόνο τιμωρίας, αλλά και αναδιάταξης της κοινωνικής και εθνοτικής πραγματικότητας στη Θεσπρωτία.
Από την πολιτική σύμπλευση στην εγκληματική συνενοχή
Η μετάβαση από την ιταλική στη γερμανική κατοχή δεν μείωσε τη βία. Τη σκλήρυνε. Εκεί αναδείχθηκε ακόμη πιο καθαρά ο ρόλος συγκεκριμένων ηγετικών κύκλων και ενόπλων ομάδων που είχαν επενδύσει στον κατακτητή. Η συνεργασία δεν περιορίστηκε σε διευκολύνσεις ή επαφές. Πέρασε στο επίπεδο των κοινών επιχειρήσεων, των αντιποίνων, των εκκαθαρίσεων.
Και εκεί βρίσκεται ο σκληρός πυρήνας του ζητήματος: όταν μια τοπική δύναμη επιλέγει να λειτουργήσει ως ένοπλος βραχίονας κατοχικών στρατευμάτων απέναντι σε αμάχους, δεν έχουμε πια μια «γκρίζα ιστορική ζώνη». Έχουμε συνεργασία με εγκληματικό αποτέλεσμα.
Το Φανάρι και η Παραμυθιά δεν είναι υποσημειώσεις. Είναι κατηγορώ της Ιστορίας
Το Φανάρι δεν ήταν ένα ακόμη πολεμικό επεισόδιο. Ήταν τόπος συστηματικής καταστροφής. Χωριά πυρπολήθηκαν, πληθυσμοί διαλύθηκαν, άνθρωποι ταπεινώθηκαν, κακοποιήθηκαν, ξεριζώθηκαν. Μπορεί οι αριθμοί να διαφέρουν ανά πηγή, αλλά η ουσία δεν αλλάζει ούτε κατά ένα χιλιοστό: επρόκειτο για μαζική επιχείρηση βίας με βαρύτατο ανθρώπινο και κοινωνικό αποτύπωμα.
Το ίδιο και η Παραμυθιά. Η εκτέλεση των προκρίτων δεν ήταν μια τυφλή στιγμή της κατοχικής αγριότητας. Ήταν ένα χτύπημα στην καρδιά της τοπικής ελληνικής κοινωνίας. Ήταν μήνυμα κυριαρχίας μέσω τρόμου. Και γι’ αυτό έμεινε στη συλλογική μνήμη όχι μόνο ως σφαγή, αλλά ως σημείο χωρίς επιστροφή.
Η φυγή στην Αλβανία δεν ήταν τυχαία. Ήταν συνέπεια
Όταν κατέρρευσε ο γερμανικός μηχανισμός, κατέρρευσε μαζί του και η ασπίδα που προστάτευε όσους είχαν ποντάρει πάνω του. Η μαζική φυγή των Τσάμηδων στην Αλβανία δεν μπορεί να διαβαστεί αποκομμένη από αυτό το γεγονός. Δεν ήταν μια ουδέτερη πληθυσμιακή μετακίνηση. Ήταν η έξοδος μιας κοινότητας της οποίας σημαντικό τμήμα είχε βαρυνθεί από τη συνεργασία με τον κατακτητή και φοβόταν πλέον τις συνέπειες.
Εδώ ακριβώς επιχειρείται συχνά το μεγάλο ιστορικό θόλωμα. Παρουσιάζεται μόνο η έξοδος, αποσπασμένη από το τι προηγήθηκε. Μόνο το τέλος, χωρίς την αιτία. Μόνο η φυγή, χωρίς τη συνεργασία, τη βία, το αίμα, τις καμένες εστίες και τους δολοφονημένους αμάχους που άφησε πίσω της η κατοχική περίοδος.
Οι ερήμην καταδίκες δεν έκλεισαν την πληγή
Το ελληνικό κράτος κινήθηκε μεταπολεμικά δικαστικά. Υπήρξαν διώξεις, ερήμην καταδίκες, απαλλοτριώσεις περιουσιών. Όμως η δικαιοσύνη έμεινε, σε μεγάλο βαθμό, μισή. Όχι επειδή δεν υπήρξε νομική αποτύπωση ευθυνών, αλλά επειδή οι περισσότεροι από τους κατηγορουμένους είχαν ήδη περάσει εκτός ελληνικής επικράτειας. Το αποτέλεσμα ήταν ένα οξύ ιστορικό τραύμα χωρίς πραγματική κάθαρση.
Και όταν μια κοινωνία δεν βλέπει ουσιαστική δικαίωση για εγκλήματα τέτοιου βάρους, η μνήμη δεν καταλαγιάζει. Σκληραίνει.
Το μεγαλύτερο λάθος είναι ο συμψηφισμός
Σήμερα, το χειρότερο που μπορεί να γίνει δεν είναι μόνο η άγνοια. Είναι ο συμψηφισμός. Η λογική ότι «όλοι έφταιξαν το ίδιο», ότι «ήταν μια μπερδεμένη εποχή», ότι «οι ακρότητες υπήρξαν παντού», άρα περίπου όλα διαλύονται μέσα σε ένα θολό τοπίο αμοιβαίων βιαιοτήτων. Όχι. Η ιστορία δεν λειτουργεί έτσι.
Ναι, σε κάθε εποχή πολέμου και κατάρρευσης υπάρχουν και πράξεις αντεκδίκησης, βιαιότητες και σκοτεινές πλευρές σε πολλά στρατόπεδα. Αλλά αυτό δεν αναιρεί τον κεντρικό ιστορικό άξονα: ότι οργανωμένα τμήματα της τσάμικης ηγεσίας συνεργάστηκαν με τις δυνάμεις Κατοχής και συμμετείχαν σε εγκλήματα κατά των Ελλήνων χριστιανών της Θεσπρωτίας. Αυτό είναι το μείζον. Και αυτό δεν σβήνεται με μεταγενέστερες πολιτικές αναγνώσεις.
Η Ιστορία δεν ζητά εκδίκηση. Ζητά καθαρή γλώσσα
Το ζητούμενο σήμερα δεν είναι να φανατίσουμε, ούτε να ανακυκλώσουμε μίση. Είναι να μιλήσουμε καθαρά. Να μην επιτρέψουμε το ξέπλυμα μιας ιστορικής πραγματικότητας στο όνομα της διπλωματικής ευκολίας, της ιδεολογικής σκοπιμότητας ή της μεταγενέστερης προπαγάνδας. Γιατί κάθε φορά που αμβλύνεται τεχνητά η αλήθεια, κάθε φορά που η συνεργασία με τον κατακτητή βαφτίζεται απλώς «περίπλοκη ιστορία», δεν αδικούνται μόνο οι νεκροί. Αδικείται και η ίδια η ιστορική συνείδηση.
Η υπόθεση των Τσάμηδων στην Κατοχή δεν είναι μια λεπτομέρεια της περιφέρειας. Είναι υπόθεση μνήμης, ευθύνης και ιστορικής εντιμότητας. Στη Θεσπρωτία δεν γράφτηκε απλώς ένα επεισόδιο διακοινοτικής σύγκρουσης. Γράφτηκε ένα κεφάλαιο συνεργασίας με τον φασιστικό και ναζιστικό κατακτητή, με πραγματικά θύματα, πραγματικά καμένα χωριά, πραγματικούς εκτελεσμένους και πραγματικά λεηλατημένες ζωές.
Και όσο κάποιοι θα επιχειρούν να το αραιώσουν, να το σχετικοποιήσουν ή να το ξεπλύνουν, τόσο θα επιβεβαιώνεται ότι η μάχη για την ιστορική αλήθεια δεν έχει τελειώσει. Γιατί η Ιστορία μπορεί να αντέχει τις ερμηνείες. Δεν αντέχει όμως την παραχάραξη.

