Μια Ευρώπη που γερνά, φοβάται, συντηρείται με δανεικό χρόνο και ζητά από τους 30άρηδες να πληρώσουν συντάξεις, ενοίκια, φόρους και μια ζωή που δεν μπορούν πια να ζήσουν
Υπάρχει μια μεγάλη ευρωπαϊκή υποκρισία που κανείς δεν θέλει να ακουμπήσει στα σοβαρά:
η ήπειρος μιλάει διαρκώς για το μέλλον, αλλά ξοδεύει τα λεφτά της για να προστατεύσει το παρελθόν.
Μιλάει για καινοτομία, αλλά στραγγίζει τους νέους εργαζόμενους στη φορολογία.
Μιλάει για οικογένεια, αλλά έχει κάνει τη στέγη άπιαστο όνειρο.
Μιλάει για κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά έχει στήσει ένα κοινωνικό κράτος που λειτουργεί όλο και περισσότερο σαν μηχανισμός μεταφοράς βαρών από τους νέους στους ηλικιωμένους.
Και στο κέντρο αυτής της ιστορίας βρίσκεται η γενιά των baby boomers. Όχι ως καρικατούρα. Όχι ως εύκολος εχθρός. Αλλά ως η γενιά που απόλαυσε τη μεταπολεμική άνοδο, φθηνή κατοικία, ισχυρά ασφαλιστικά δικαιώματα, κρατικές παροχές και πολιτική προστασία — και τώρα αφήνει στους επόμενους έναν λογαριασμό δυσβάσταχτο.
Η γενιά που αγόρασε φθηνά και πουλάει ακριβά
Ο πιο ωμός δείκτης της αδικίας είναι η κατοικία.
Οι σημερινοί 60άρηδες και 70άρηδες απέκτησαν σπίτια σε εποχές που, παρά τις δυσκολίες, η σχέση μισθού και ακινήτου ήταν ακόμη ανθρώπινη. Πλήρωσαν δάνεια, κουράστηκαν, δούλεψαν — κανείς δεν το αρνείται. Όμως μετά είδαν τις αξίες των ακινήτων τους να εκτοξεύονται, χωρίς να έχουν κάνει τίποτα παραπάνω από το να βρίσκονται στη σωστή ιστορική στιγμή.
Οι νέοι, αντίθετα, βρίσκονται στην απόλυτα λάθος στιγμή.
Μισθοί συμπιεσμένοι.
Ενοίκια εξωφρενικά.
Ακίνητα απλησίαστα.
Τράπεζες αυστηρές.
Εργασία επισφαλής.
Και από πάνω η μόνιμη προσβολή: «εμείς στην ηλικία σας τα καταφέρναμε».
Όχι. Δεν είναι το ίδιο παιχνίδι.
Οι προηγούμενοι έπαιξαν σε γήπεδο με ανοιχτές πόρτες.
Οι σημερινοί νέοι παίζουν σε γήπεδο με διόδια στην είσοδο.
Το ασφαλιστικό ως πυραμίδα με ευρωπαϊκό χαμόγελο
Η Ευρώπη καμαρώνει για το κοινωνικό της κράτος. Και σωστά, ως ιδέα. Το πρόβλημα είναι ότι ένα μέρος του έχει μετατραπεί σε δημογραφική παγίδα.
Οι σημερινοί εργαζόμενοι πληρώνουν τις σημερινές συντάξεις, με την ελπίδα ότι κάποτε θα βρεθεί μια επόμενη γενιά να πληρώσει τις δικές τους. Μόνο που η επόμενη γενιά είναι μικρότερη, πιο φτωχή, πιο πιεσμένη και πιο ανασφαλής.
Αυτό δεν είναι κοινωνικό συμβόλαιο.
Είναι συμβόλαιο που υπογράφηκε από άλλους, για λογαριασμό ανθρώπων που δεν είχαν ακόμη γεννηθεί.
Οι baby boomers έστησαν ή τουλάχιστον υπερασπίστηκαν ένα μοντέλο παροχών βασισμένο σε μια υπόθεση που δεν ισχύει πια: ότι θα υπάρχουν πάντα πολλοί νέοι εργαζόμενοι για να πληρώνουν πολλούς συνταξιούχους. Η δημογραφία όμως δεν κάνει πολιτικές χάρες. Η αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους χειροτερεύει, η παραγωγικότητα δεν καλύπτει το κενό και η πολιτική τάξη κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα: αγοράζει χρόνο.
Με λεφτά των νέων.
Οι νέοι πληρώνουν τρεις φορές
Ο νέος Ευρωπαίος — και ακόμη περισσότερο ο νέος Έλληνας — δεν πληρώνει μία φορά. Πληρώνει τρεις.
Πληρώνει φόρους και εισφορές για να συντηρηθεί το συνταξιοδοτικό σύστημα.
Πληρώνει εξωφρενικό κόστος στέγης για να μείνει σε σπίτι που δεν θα αποκτήσει ποτέ.
Πληρώνει και ιδιωτικά για όσα το κράτος δεν του παρέχει: υγεία, κατάρτιση, μετακινήσεις, παιδική φροντίδα, αξιοπρεπή καθημερινότητα.
Και μετά του ζητούν να κάνει παιδιά.
Με ποιο σπίτι;
Με ποιον μισθό;
Με ποια σταθερότητα;
Με ποια προοπτική;
Η Ευρώπη ζητά από τους νέους να λύσουν το δημογραφικό, ενώ τους έχει στερήσει τις βασικές προϋποθέσεις για να φτιάξουν ζωή.
Δημοκρατία των ηλικιωμένων, λογαριασμός των νέων
Εδώ βρίσκεται το πιο βαρύ πολιτικό πρόβλημα: οι ηλικιωμένοι ψηφίζουν περισσότερο. Οι νέοι απέχουν περισσότερο. Άρα οι πολιτικοί ακούν περισσότερο εκείνους που έχουν ήδη περιουσία, σύνταξη και σταθερότητα — και λιγότερο εκείνους που παλεύουν με ενοίκια, επισφάλεια και μηδενική αποταμίευση.
Έτσι εξηγείται γιατί βρίσκονται πάντα λεφτά για να προστατευθούν συντάξεις και ακίνητα, αλλά ποτέ αρκετά για παιδεία, καινοτομία, νέα ζευγάρια, ερευνητές, παραγωγή, κοινωνική κατοικία.
Η Ευρώπη δεν επενδύει στο μέλλον της.
Το καθησυχάζει με ωραίες λέξεις.
Και το φορολογεί μέχρι εξάντλησης.
Η Ελλάδα είναι η πιο σκληρή εκδοχή του προβλήματος
Στην Ελλάδα το μοντέλο αυτό πήρε σχεδόν κυνική μορφή.
Μια χώρα με χαμηλούς μισθούς, πανάκριβη στέγη, μαζική φυγή νέων στο εξωτερικό, αδύναμη παραγωγική βάση και ασφαλιστικό που πιέζει διαρκώς τους εργαζόμενους. Οι νέοι καλούνται να πληρώσουν για ένα κράτος που δεν τους υπόσχεται τίποτα καθαρό: ούτε αξιοπρεπή σύνταξη, ούτε φθηνή κατοικία, ούτε σταθερή εργασία, ούτε σοβαρή δημόσια παιδεία, ούτε πραγματική κοινωνική κινητικότητα.
Και το χειρότερο; Όταν διαμαρτύρονται, τους λένε «τεμπέληδες», «κακομαθημένους», «γενιά του καφέ», «γενιά του κινητού».
Όχι. Είναι η γενιά που βρήκε μπροστά της κλειδωμένες πόρτες και της ζήτησαν να πληρώνει και το ενοίκιο του κλειδαρά.
Δεν φταίει ο παππούς. Φταίει το σύστημα που έγινε ιερό
Το ζήτημα δεν είναι να στραφεί ο νέος εναντίον του πατέρα ή του παππού του. Δεν είναι πόλεμος μέσα στην οικογένεια. Είναι πολιτική σύγκρουση για το πώς μοιράζονται οι πόροι, τα βάρη και οι ευκαιρίες.
Δεν φταίει κάθε ηλικιωμένος που παίρνει σύνταξη.
Δεν φταίει κάθε ιδιοκτήτης που αγόρασε ένα σπίτι πριν από 40 χρόνια.
Φταίει όμως ένα πολιτικό σύστημα που θεωρεί αδιαπραγμάτευτη κάθε κατάκτηση του χθες και διαπραγματεύσιμη κάθε ανάγκη του αύριο.
Φταίνε κυβερνήσεις που φοβούνται το πολιτικό κόστος.
Φταίνε κόμματα που χαϊδεύουν την πιο πολυάριθμη εκλογική δεξαμενή.
Φταίει μια Ευρώπη που προτιμά να επιδοτεί τη συντήρηση αντί να χρηματοδοτεί την ανανέωση.
Η μεγάλη ευρωπαϊκή απάτη δεν είναι ότι οι boomers έζησαν καλά.
Το πρόβλημα είναι ότι θέλουν οι νέοι να πληρώσουν για να συνεχίσει το ίδιο μοντέλο, ενώ οι ίδιοι οι νέοι δεν θα το απολαύσουν ποτέ.
Μια κοινωνία που ζητά από τους 30άρηδες να δουλεύουν σαν φορολογικά υποζύγια, να μένουν στο νοίκι, να μην αποταμιεύουν, να μην κάνουν παιδιά και να μην περιμένουν σύνταξη, δεν είναι κοινωνία πρόνοιας.
Είναι κοινωνία που τρώει τα παιδιά της και μετά τα κατηγορεί ότι δεν μεγάλωσαν σωστά.

