Οκτώ άνθρωποι νεκροί μέσα σε 65 ημέρες.
Όχι σε κάποιο πεδίο μάχης. Όχι ύστερα από μια φυσική καταστροφή. Όχι σε μια χώρα χωρίς κρατικές δομές.
Μέσα σε ένα σωφρονιστικό κατάστημα της Ελληνικής Δημοκρατίας.
Στις φυλακές του Αγίου Στεφάνου Πατρών, οι κρατούμενοι φαίνεται ότι δεν εκτίουν μόνο την ποινή που τους επέβαλε η Δικαιοσύνη. Αναγκάζονται να επιβιώσουν μέσα σε ένα σύστημα υπερπληθυσμού, υποστελέχωσης, ελλιπούς ιατρικής φροντίδας και ανεξέλεγκτης διακίνησης ουσιών.
Και ύστερα το κράτος απορεί γιατί πεθαίνουν.
Οι αρμόδιες αρχές δηλώνουν ότι έχει αποκλειστεί η εγκληματική ενέργεια. Πολύ ωραία. Το γεγονός όμως ότι δεν δολοφονήθηκαν από κάποιο χέρι δεν σημαίνει ότι δεν σκοτώθηκαν από ένα σύστημα.
Ένα σύστημα που στοιβάζει 677 ανθρώπους σε χώρο χωρητικότητας 446 κρατουμένων.
Ένα σύστημα που αφήνει επτά σωφρονιστικούς υπαλλήλους στη νυχτερινή βάρδια να επιτηρούν περίπου 700 εγκλείστους.
Ένα σύστημα χωρίς μόνιμο ψυχίατρο, με κενές θέσεις γιατρών και νοσηλευτών, χωρίς επαρκή υποδομή για ανθρώπους με καρδιοπάθειες, κακοήθειες, αναπνευστικά νοσήματα, ψυχικές διαταραχές και εξαρτήσεις.
Και κυρίως, ένα σύστημα που έχει μάθει να βαφτίζει την εγκατάλειψη «διαχείριση» και την ανθρώπινη απώλεια «ατυχές περιστατικό».
Οκτώ θάνατοι δεν είναι ατυχία.
Δεν είναι «γκαντεμιά στην γκαντεμιά».
Δεν είναι μια κακή σύμπτωση που μπορεί να κλείσει σε έναν διοικητικό φάκελο, να σφραγιστεί με μερικές υπογραφές και να ξεχαστεί μέχρι τον επόμενο νεκρό.
Είναι κραυγή συναγερμού.
Στις φυλακές της Πάτρας φαίνεται ότι κυκλοφορούν καθημερινά ναρκωτικά, χάπια, ηρωίνη και συνθετικές ουσίες. Οι έλεγχοι βρίσκουν ουσίες, όμως κανείς δεν απαντά πειστικά στο αυτονόητο ερώτημα: πώς μπαίνουν;
Πώς περνούν τα ναρκωτικά μέσα από τις πύλες μιας φυλακής;
Πώς βρίσκονται κινητά τηλέφωνα σε έναν χώρο όπου ακόμη και οι επισκέπτες υποχρεώνονται να αφήνουν τις συσκευές τους έξω;
Ποιος ελέγχει ποιον και ποιος τελικά λογοδοτεί;
Γιατί στην Ελλάδα η ευθύνη εξαφανίζεται πάντοτε μέσα στον ίδιο λαβύρινθο: λίγο φταίει η υποστελέχωση, λίγο ο υπερπληθυσμός, λίγο ο Ποινικός Κώδικας, λίγο οι εξαρτήσεις, λίγο οι ασθένειες και τελικά δεν φταίει κανείς.
Μόνο που υπάρχουν οκτώ νεκροί.
Οι κρατούμενοι δεν παύουν να είναι άνθρωποι επειδή καταδικάστηκαν. Η ποινή τους είναι η στέρηση της ελευθερίας τους. Δεν είναι η στέρηση της ιατρικής περίθαλψης. Δεν είναι η εγκατάλειψη σε έναν υπερφορτωμένο θάλαμο. Δεν είναι η έκθεσή τους σε επικίνδυνες ουσίες. Δεν είναι ο θάνατος στο κελί.
Ένα κράτος δικαίου κρίνεται κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει εκείνους που βρίσκονται ολοκληρωτικά υπό την εξουσία του.
Μέσα στη φυλακή, το κράτος ελέγχει τα πάντα: την πόρτα, τον χρόνο, τη μετακίνηση, την πρόσβαση σε γιατρό, ακόμη και το πότε θα ανάψει ή θα σβήσει το φως.
Όταν λοιπόν ένας κρατούμενος πεθαίνει, το κράτος δεν μπορεί να σηκώνει τους ώμους και να δηλώνει απλώς ότι «διερευνά».
Οφείλει να εξηγήσει.
Οφείλει να αποδείξει ότι υπήρξε άμεση ιατρική παρέμβαση.
Οφείλει να αποκαλύψει πώς εισάγονται οι ουσίες.
Οφείλει να καλύψει τις κενές θέσεις.
Οφείλει να μειώσει τον υπερπληθυσμό.
Και οφείλει να αποδώσει ευθύνες εκεί όπου υπάρχουν, όσο ψηλά κι αν βρίσκονται.
Γιατί, όταν οκτώ άνθρωποι πεθαίνουν σε 65 ημέρες στην ίδια φυλακή, το ερώτημα δεν είναι μόνο «από τι πέθαναν».
Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιοι γνώριζαν την κατάσταση, ποιοι προειδοποιήθηκαν, ποιοι αδιαφόρησαν και ποιοι συνεχίζουν να κρύβονται πίσω από τη βολική λέξη «έρευνα».
Η φυλακή δεν μπορεί να μετατρέπεται σε χώρο αργού, αθέατου θανάτου.
Και η πολιτεία δεν μπορεί να εμφανίζεται μετά από κάθε νεκρό ως ανήξερη.
Οκτώ άνθρωποι χάθηκαν.
Τώρα δεν χρειάζονται άλλες διαπιστώσεις.
Χρειάζονται απαντήσεις, παραιτήσεις και ευθύνες.
Πριν ανοίξει ξανά η πόρτα ενός κελιού και βρεθεί μέσα ο ένατος νεκρός.

