Το πραγματικό σκάνδαλο στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι μόνο ο τεράστιος λογαριασμός που φορτώθηκε ξανά στις πλάτες της χώρας. Είναι ότι, όταν ήρθε η ώρα της ευθύνης, το σύστημα δεν ακούμπησε όσους διοίκησαν, όσους κάλυψαν, όσους άφησαν το πάρτι να στηθεί.
Αντί να αναζητηθούν οι πραγματικοί υπεύθυνοι, το κράτος έκανε αυτό που ξέρει καλύτερα: χτύπησε εκείνη που έκανε τη δουλειά της. Και χρειάστηκε δικαστική απόφαση-κόλαφος για να αποκατασταθεί, έστω προσωρινά, μια στοιχειώδης έννοια δικαίου.
Το πρόστιμο είναι η απόδειξη της σήψης
Όταν η χώρα καλείται να πληρώσει εκατοντάδες εκατομμύρια για παρατυπίες, παρανομίες και ανεπάρκεια ελέγχων, κανείς δεν μπορεί να μιλά για «ατυχές περιστατικό». Αυτό δεν είναι αμέλεια γραφείου. Είναι πολιτική και διοικητική σήψη με κόστος που τελικά το πληρώνει ο πολίτης.
Και το πιο προκλητικό είναι ότι σε τέτοιες υποθέσεις το κράτος έχει πάντα τον ίδιο μηχανισμό άμυνας: θόρυβο, μετάθεση ευθυνών, σιωπή και στο τέλος κανέναν πραγματικά υπεύθυνο.
Αντί να πέσουν κεφάλια, στοχοποιήθηκε ο ελεγκτής
Η Παρασκευή Τυχεροπούλου δεν έγινε το πρόβλημα επειδή απέτυχε. Έγινε πρόβλημα επειδή δεν βόλευε. Γιατί σε ένα σύστημα μαθημένο στη συγκάλυψη, αυτός που ελέγχει σοβαρά θεωρείται εχθρός.
Η απομάκρυνσή της από τη θέση της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου και η μεταφορά της στο πρωτόκολλο, με υποβάθμιση καθηκόντων και χωρίς ουσιαστικό ρόλο, δεν ήταν μια απλή υπηρεσιακή μεταβολή. Ήταν τιμωρία. Ήταν παραδειγματισμός. Ήταν το γνωστό μήνυμα του βαθιού κράτους: «όποιος αγγίζει τον μηχανισμό, θα συνθλιβεί».
Η Δικαιοσύνη έδειξε ότι δεν έχουν σαπίσει όλα
Η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν ήταν μια τυπική διορθωτική κίνηση. Ήταν ένα χαστούκι στη διοικητική αυθαιρεσία. Με την επαναφορά της στη θέση της, με την απειλή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης και με την οικονομική αποκατάσταση που επιδικάστηκε, το δικαστήριο είπε κάτι απλό αλλά σπάνιο για τα ελληνικά δεδομένα: ότι δεν μπορείς να εξοντώνεις αυτόν που προστατεύει το δημόσιο χρήμα και να παριστάνεις ότι υπηρετείς την «αξιολόγηση» και την «αξιοκρατία».
Για μια στιγμή, το παρακράτος της μετριότητας και της εύνοιας βρήκε απέναντί του έναν θεσμό που δεν έσκυψε.
Αυτό είναι το αληθινό πρόσωπο του κράτους τους: δεν τρομάζει από την απάτη, τρομάζει από τον έντιμο άνθρωπο. Δεν ενοχλείται από τον κλέφτη, ενοχλείται από εκείνον που ανοίγει το φως. Γι’ αυτό και στην Ελλάδα της αναξιοκρατίας ο ελεγκτής γίνεται στόχος, ενώ οι μηχανισμοί της σήψης συνεχίζουν να επιβιώνουν.
Η δικαίωση της Τυχεροπούλου δεν είναι απλώς μια προσωπική νίκη. Είναι μια σπάνια στιγμή όπου η Δικαιοσύνη είπε στο κράτος κατάμουτρα αυτό που η κοινωνία ψιθυρίζει χρόνια: δεν είστε ανίκανοι. Είστε βολεμένοι μέσα στην ασχήμια σας.

