Η κυβέρνηση δεν ψάχνει σήμερα λύση. Ψάχνει αφήγημα.
Η επικείμενη δήλωση Μητσοτάκη για τον ΟΠΕΚΕΠΕ δεν προορίζεται να κλείσει την πληγή, αλλά να της φορέσει πολιτικό περίβλημα, ώστε να περιοριστεί η αιμορραγία που απλώνεται ήδη στο εσωτερικό της ΝΔ.
Πίσω από τις μεγάλες λέξεις περί “βαθέος κράτους”, “ενότητας” και “ωριμότητας”, το πραγματικό πρόβλημα είναι πολύ πιο ωμό: οι βουλευτές αισθάνονται εκτεθειμένοι, η βάση μουρμουρίζει, και το Μαξίμου μοιάζει να διαχειρίζεται όχι πια ένα περιστατικό, αλλά μια διαρκή κρίση αξιοπιστίας.
Το μήνυμα δεν είναι πρωτοβουλία, είναι άμυνα
Η σημερινή παρέμβαση του πρωθυπουργού δεν εμφανίζεται ως τομή, αλλά ως επιχείρηση πολιτικής συσκευασίας μιας υπόθεσης που εξακολουθεί να δηλητηριάζει την εικόνα της κυβέρνησης.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από την ουσία του σκανδάλου στη γνωστή, βολική ζώνη της “μάχης με το βαθύ κράτος”, παρουσιάζοντας την κυβέρνηση ως δύναμη εξυγίανσης που πέφτει πάνω σε παλιές παθογένειες.
Μόνο που αυτό το αφήγημα αρχίζει να δείχνει φθαρμένο. Γιατί όταν μια εξουσία βρίσκεται επτά χρόνια στο κέντρο του μηχανισμού και εξακολουθεί να μιλά σαν να ανακάλυψε τώρα το πρόβλημα, δεν πείθει ότι συγκρούεται. Δείχνει ότι αμύνεται.
Και όταν από μια τόσο βαριά υπόθεση δεν προκύπτει άμεση πολιτική πράξη αλλά επικοινωνιακή περιγραφή, τότε η δήλωση δεν μοιάζει με απάντηση. Μοιάζει με καθυστέρηση.
Οι “γαλάζιοι” βουλευτές δεν ζητούν αφήγημα, ζητούν κάλυψη
Το πραγματικό μέτωπο για το Μαξίμου δεν είναι πια μόνο η αντιπολίτευση. Είναι η ίδια η Κοινοβουλευτική Ομάδα.
Οι βουλευτές της ΝΔ βλέπουν το κλίμα να βαραίνει, αισθάνονται “επί ξύλου κρεμάμενοι” και αντιλαμβάνονται ότι η κυβερνητική διαχείριση τούς αφήνει εκτεθειμένους μπροστά σε μια κοινωνία που ακούει καθημερινά για δικογραφίες, άρσεις ασυλιών, προανακριτικές και πολιτικά ονόματα.
Η οργή τους δεν είναι ιδεολογική. Είναι απολύτως εκλογική.
Ξέρουν ότι σε λίγους μήνες θα κληθούν να βγουν ξανά στον σταυρό, να ζητήσουν εμπιστοσύνη, να εξηγήσουν τα ανεξήγητα και να απορροφήσουν το κόστος μιας υπόθεσης που δεν χειρίστηκαν οι ίδιοι, αλλά θα τη χρεωθούν συλλογικά.
Γι’ αυτό και οι ψίθυροι για σύγκληση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι προειδοποιητική βολή.
Το Μαξίμου φοβάται το πολιτικό ντόμινο, όχι μόνο τη δικογραφία
Στην πραγματικότητα, η αγωνία του κυβερνητικού επιτελείου δεν περιορίζεται στους εμπλεκόμενους.
Ο μεγάλος φόβος είναι η αίσθηση γενικευμένης αποσύνθεσης: μια υπόθεση που θα σέρνεται, θα ανακυκλώνει ονόματα, θα συντηρεί τοξικότητα, θα τροφοδοτεί εσωτερική δυσφορία και θα ενισχύει το αίσθημα ότι η κυβέρνηση έχει πάψει να ελέγχει τον πολιτικό χρόνο.
Γι’ αυτό και το σενάριο των πρόωρων εκλογών επανέρχεται από ορισμένους ως “λύση εξόδου”, έστω κι αν ο πρωθυπουργός δεν δείχνει να το υιοθετεί.
Η επιμονή του να αποκλείει τις κάλπες δείχνει ότι θέλει να κρατήσει τον έλεγχο του σχεδιασμού. Όμως όσο το σκάνδαλο παραμένει ανοιχτό και όσο οι υποκλοπές, οι δικογραφίες και οι εσωτερικές τριβές επανέρχονται στο ίδιο πολιτικό κάδρο, το πρόβλημα δεν θα είναι πότε θα στηθούν κάλπες. Το πρόβλημα θα είναι με τι αφήγημα θα φτάσει ως εκεί.
Ο Μητσοτάκης ετοιμάζεται να μιλήσει για “αλήθεια”, “ευθύνη”, “ωριμότητα” και “βαθύ κράτος”.
Όμως το ερώτημα δεν είναι τι λέξεις θα διαλέξει. Το ερώτημα είναι αν υπάρχει ακόμα κοινό που τις πιστεύει όπως παλιά.
Γιατί όταν μια κυβέρνηση, αντί να σβήνει φωτιές, περιορίζεται να περιγράφει το μέγεθος της πυρκαγιάς, τότε δεν κυβερνά πραγματικά την κρίση.
Τη συνοδεύει.
Και όταν οι ίδιοι της οι βουλευτές βράζουν, καμία επικοινωνιακή κορνίζα δεν αρκεί για να κρύψει ότι στο εσωτερικό της εξουσίας έχει αρχίσει ήδη η φθορά της εμπιστοσύνης.

